Το εθνικό κέντρο ας σταθεί μια φορά με συνέπεια απέναντι σε δοκιμαζόμενους ακρίτες του ελληνικού Έθνους

(Ξένη Δημοσίευση) Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης μιλά κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης που πραγματοποιείται για την αξιοποίηση του χώρου και των εγκαταστάσεων, στο συγκρότημα εργοστασίων της πρώην ΠΥΡΚΑΛ στην περιοχή του Υμηττού το Σάββατο 3 Απριλίου 2021. ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΜΗΤΣΟΣ

Του ΠΑΝΙΚΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Τα Ηνωμένα Έθνη θα συγκαλέσουν ξανά μια διάσκεψη (έστω και αν ονομάζεται άτυπη) για το Κυπριακό. Η σύνθεσή της όμως δίνει παραπλανητική εικόνα, λες και ακόμα βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1960.

Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ έστειλε προσκλήσεις για συμμετοχή στους ηγέτες των δυο κοινοτήτων και στις κυβερνήσεις Ελλάδας, Τουρκίας και Βρετανίας. Δηλαδή, των τριών χωρών που είχαν εγγυηθεί την εδαφική ακεραιότητα, την ενότητα και το σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Για συμμετοχή στη διάσκεψη 5+1 (ΟΗΕ) δεν έλαβαν πρόσκληση η Κυπριακή Δημοκρατία και η Ευρωπαϊκή Ένωση, της οποίας η Κυπριακή Δημοκρατία είναι μέλος από το 2004. Επομένως, από τη σύνθεσή της και μόνο αναδεικνύεται η λανθασμένη ή η σκόπιμη προσπάθεια της Γραμματείας του διεθνούς Οργανισμού για να παραμεριστούν δυο βασικοί πρωταγωνιστές για το παρόν και το μέλλον της Κύπρου.

  • Όσον αφορά τη μη συμμετοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας, είναι γνωστό ότι υπάρχει μόνιμη διχογνωμία στις πολιτικές δυνάμεις στη Λευκωσία, με την μία πλευρά να υποστηρίζει ότι από την στιγμή που συμμετέχει ο Ελληνοκύπριος ηγέτης, ταυτόχρονα εκπροσωπεί και την Κυπριακή Δημοκρατία, της οποίας είναι πρόεδρος.

Πρόκειται για τακτική υπεκφυγής από την πραγματικότητα, γιατί απλούστατα η Τουρκία και το κατοχικό καθεστώς δεν αναγνωρίζουν την Κυπριακή Δημοκρατία και την θεωρούν «εκλιπούσα». Αλλά, ας παρακάμψουμε αυτό το ζήτημα και να επικεντρωθούμε στην απουσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία ενδέχεται να μετάσχει στην πενταμερή διάσκεψη ως παρατηρητής (όπως και την προηγούμενη φορά) ή τελικά ο εκπρόσωπός της να βρίσκεται εκτός της αίθουσας, όπως ζητά τώρα η Άγκυρα, στο πλαίσιο ενός νέου παζαριού με τις Βρυξέλλες με σκοπό να αποκομίσει οφέλη.

Από τη στιγμή που ο διοργανωτής αυτής της διάσκεψης, δηλαδή ο Αντόνιο Γκουτέρες, δεν προσκάλεσε την ΕΕ για να λάβει μέρος, υπακούοντας στις τουρκικές (και βρετανικές) απαιτήσεις, εκ των προτέρων έχει καθοριστεί το πλαίσιο και η πορεία της, ενώ συνάμα η σύνθεσή της είναι ετεροβαρής υπέρ των τουρκικών θέσεων για λύση που δεν θα συνάδει με τις ευρωπαϊκές αρχές και το ευρωπαϊκό κεκτημένο.

Εάν η Λευκωσία και η Αθήνα εμφανίζονταν αποφασισμένες και με αμετακίνητη κοινή θέση σ’ αυτό το θέμα, ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών δεν θα εξυπηρετούσε με τόση ευκολία τις τουρκοβρετανικές επιδιώξεις. Η προσπάθεια για εξεύρεση λύσης του Κυπριακού θα στρεφόταν προς διαφορετική κατεύθυνση, περιορίζοντας τη δυνατότητα του Λονδίνου και της Άγκυρας να κατευθύνουν τη διαδικασία και τις συνομιλίες.

Με βάση τις διαμορφούμενες συνθήκες, την επιθετική πολιτική του νεοσουλτάνου Ερντογάν και τα δεδομένα σε σχέση με τη τουρκική θέση για δυο κράτη (συνομοσπονδία), διαφαίνεται ποια θα είναι η έκβαση της πενταμερούς συνάντησης. Δεν σημαίνει ότι θα προκύψει πλήρες αδιέξοδο. Αντιθέτως, μπορεί να συμφωνήσουν για επανέναρξη των συνομιλιών, με την κάθε πλευρά να ερμηνεύει το ανακοινωθέν της συμφωνίας όπως την βολεύει.

Από τώρα όμως μπορεί να θεωρηθεί σίγουρο ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν θα εξέλθει ολοκληρωτικά αλώβητη. Κι αυτή τη φορά τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα όχι μόνο λόγω της τουρκικής στάσης, αλλά επειδή οι μεσολαβητές και οι τρίτοι εμφανίζονται διατεθειμένοι να προχωρήσουν στο «επόμενο κεφάλαιο» του Κυπριακού εάν διαπιστωθεί ότι πλέον το χάσμα είναι αγεφύρωτο ως προς τη μορφή της επιδιωκόμενης λύσης.

  • Και το επόμενο κεφάλαιο θα είναι ταυτισμένο με την περαιτέρω νομιμοποίηση της διαίρεσης του νησιού, την αναβάθμιση του ψευδοκράτους και με την Άγκυρα να συνεχίζει ανενόχλητη να ισλαμοποιεί τις κατεχόμενες περιοχές. Επιπλέον, η δημιουργία ψευδαισθήσεων και αστήρικτων προσδοκιών εν όψει της επικείμενης διάσκεψης συμβάλλει στην απενοχοποίηση της Τουρκίας.

Διαπιστώνεται λοιπόν ακόμη μία φορά ότι δεν αποτελεί απειλή για την Κύπρο και την Ελλάδα μόνο ο τουρκικός επεκτατισμός και η εμπλοκή των τρίτων, αλλά και η διαρκής απουσία μίας αποκρυσταλλωμένης, σταθερής και συγκροτημένης εθνικής πολιτικής. Κι αυτή η διαχρονική διαπίστωση συμπορεύεται με τις προδοσίες, τις απώλειες και τις θλιβερές στιγμές του Ελληνισμού.

Αλίμονο στις ηγεσίες εκείνες, σε Λευκωσία και Αθήνα, που θα υποκύψουν σε εκβιαστικά ψευτοδιλήμματα για να αποδεχτούν ισότιμη κυριαρχία υπό το πέπλο της πολιτικής ισότητας. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, δεν θα είναι μόνο παραχώρηση των κατεχομένων εδαφών και ακτογραμμών στην Τουρκία, αλλά και παραχώρηση δικαιώματος στην Άγκυρα για να θέσει υπό τον στρατηγικό έλεγχό της ολόκληρη την Κύπρο.

Θα είναι τραγικό εάν η φετινή επέτειος των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση σημαδευτεί με έναν νέο ακρωτηριασμό του Ελληνισμού. Τουλάχιστον, το εθνικό κέντρο ας σταθεί μια φορά με συνέπεια, έστω και την ύστατη στιγμή, απέναντι σε δοκιμαζόμενους ακρίτες του ελληνικού Έθνους.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *