Το Μακεδονικό ως μια από τις σημαντικότερες πτυχές του Ανατολικού ζητήματος

Macedonian Minister of Foreign Affairs Nikola Dimitrov (L) welcomes United Nations mediator Matthew Nimetz (R) in Skopje, The Former Yugoslav Republic of Macedonia on 01 February 2018. After his visit of Greece, Nimitz arrived in Skopje. He has launched a new round of talks with Macedonian and Greek officials in a bid to resolve a dispute over Macedonia's name. Greece insists that Macedonia's name implies territorial claims to its own northern province, also called Macedonia. EPA-EFE/GEORGI LICOVSKI

Του Σταύρου Λυγερού 

Στους νεώτερους χρόνους, η Μακεδονία είναι μία πολυεθνική περιοχή. Στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου, η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε περιέλθει σε καταλυτική κρίση. Το περιβόητο Ανατολικό Ζήτημα ήταν ο ανταγωνισμός των εθνικών κρατών της περιοχής για τη διεκδίκηση μεγαλύτερου μεριδίου από το κενό, που θα άφηνε η διαφαινόμενη κατάρρευση του “μεγάλου ασθενούς”. 

Το Μακεδονικό αποτελούσε μία από τις σημαντικότερες πτυχές του Ανατολικού ζητήματος. Προέκυψε από τον ανταγωνισμό της Ελλάδας, της Βουλγαρίας και της Σερβίας για τη διεκδίκηση μεγαλύτερου μεριδίου της πολυεθνικής Μακεδονίας μετά την απόσυρση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από την περιοχή.

Η διαμάχη μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας άρχισε μετά την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας (αυτονόμηση της βουλγαρικής ορθόδοξης εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο) το 1870 και συνεχίσθηκε πιο έντονα μετά την ίδρυση της Βουλγαρικής Ηγεμονίας (1878). Ουσιαστικά αντανακλούσε την προσπάθεια των δύο χωρών να εδραιώσουν την θέση τους κυρίως στο κεντρικό και νότιο τμήμα της Μακεδονίας.

Στο πλαίσιο αυτό και η μία και η άλλη πλευρά προσπαθούσε να προσεταιρισθεί τους ρευστής εθνικής συνείδησης σλαβόφωνους που –μεταξύ άλλων– κατοικούσαν τότε στην περιοχή. Ο σημαντικότερος λόγος που πολλοί σλαβόφωνοι προσανατολίσθηκαν στην ελληνική εθνική ταυτότητα ήταν η παραδοσιακή πρόσδεσή τους στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ο ανταγωνισμός αυτός προσέλαβε ένοπλη μορφή (Μακεδονικός Αγώνας) στις αρχές του 20ου αιώνα.

Τα όρια της (γεωγραφικής) Μακεδονίας

Μετά τους βαλκανικούς πολέμους (1912-13), η νότια Μακεδονία (περίπου 51,5% του συνόλου της γεωγραφικής περιοχής) προσαρτήθηκε στην Ελλάδα. Η βορειοδυτική (38,5% του συνόλου) προσαρτήθηκε στη Σερβία και η βορειοανατολική (9% του συνόλου) στη Βουλγαρία. Υπάρχει και ένα ελάχιστο ποσοστό (1%), που ανήκει στην Αλβανία. Τα ποσοστά αυτά προκύπτουν από μία συμβατική οριοθέτηση της (γεωγραφικής) Μακεδονίας, η οποία έχει επικρατήσει διεθνώς.

Σύμφωνα με αυτήν, τα όρια της γεωγραφικής Μακεδονίας είναι δυτικά η Πίνδος και τα σύνορα της Αλβανίας, ανατολικά ο ποταμός Νέστος νότια ο Όλυμπος και το Αιγαίο και βόρεια τα σύνορα με το Κοσσυφοπέδιο και την Σερβία. Λόγω της θαλάσσης και του Ολύμπου τα νότια όρια είναι σαφώς καθορισμένα. Τα βόρεια, όμως, άλλαζαν από εποχή σε εποχή με βάση την εκάστοτε διοικητική διαίρεση και τις αντιλήψεις κάθε εποχής.

Οι πληθυσμιακές ανακατατάξεις

Στο διάστημα 1913-1925 έγιναν μεγάλες πληθυσμιακές ανακατατάξεις, που ουσιαστικά άλλαξαν την εθνολογική σύνθεση της περιοχής. Οι ίδιες οι στρατιωτικές επιχειρήσεις ειδικά κατά τον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο προκάλεσαν μετακινήσεις πληθυσμών.

Αργότερα, με την ελληνοβουλγαρική συμφωνία της εθελουσίας ανταλλαγής πληθυσμών, 55.000 κατά τεκμήριο Βούλγαροι εγκατέλειψαν την ελληνική Μακεδονία, συμπληρώνοντας το κύμα μετακίνησης πληθυσμών προς τη Βουλγαρία κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1910. Αντιστοίχως, ήλθαν στην Ελλάδα ελληνικοί πληθυσμοί από τη Βουλγαρία.

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την ελληνοτουρκική συμφωνία για την ανταλλαγή πληθυσμών, η ελληνική Μακεδονία άδειασε από το τουρκικό στοιχείο. Σ’ αυτήν εγκαταστάθηκαν εκατοντάδες χιλιάδες προσφύγων από τη Μικρά Ασία. Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι σλαβόφωνοι, που δεν είχαν ελληνική συνείδηση, να συρρικνωθούν δραστικά ως ποσοστό του συνολικού πληθυσμού.

Αργότερα, στη δεκαετία του 1940, λόγω του Εμφυλίου Πολέμου, ένας μεγάλος αριθμός Σλαβομακεδόνων που είχαν πολεμήσει με τον Δημοκρατικό Στρατό, όπως άλλωστε και πολλοί Έλληνες, κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο. Μετά και από εκείνο το κύμα έχουν απομείνει στην Ελλάδα αμελητέος αριθμός ατόμων με σλαβομακεδονική συνείδηση. Το αποδεικνύει η ανύπαρκτη εκλογική απήχηση που έχει το σλαβομακεδονικό «Ουράνιο Τόξο».

Το πρωτόκολλο Πολίτη-Καλφώφ

Παράλληλα φαινόμενα πληθυσμιακών ανακατατάξεων έλαβαν χώρα σ’ όλη σχεδόν τη Βαλκανική. Ήταν το αναπόφευκτο τίμημα της μετάβασης από την πολυεθνική Οθωμανική Αυτοκρατορία στα εθνικά κράτη.  Το 1924, στο πλαίσιο της Κοινωνίας των Εθνών (πρόδρομος του ΟΗΕ), υπεγράφη ελληνοβουλγαρικό πρωτόκολλο, γνωστό σαν πρωτόκολλο Πολίτη-Καλφώφ.

Με αυτό, η Αθήνα αναγνώριζε ότι οι σλαβόφωνοι πληθυσμοί που ζούσαν στην ελληνική επικράτεια ήταν βουλγαρικοί. Αυτό ήταν μόνο εν μέρει ακριβές. Πρώτον, επειδή υπήρχε μία σημαντική μερίδα σλαβοφώνων προσανατολισμένη στην ελληνική εθνική ταυτότητα. Και δεύτερον, επειδή είχε από τότε αρχίσει να διαμορφώνεται θολά μία αυτόνομη σλαβομακεδονική εθνική ταυτότητα.

Στο διπλωματικό επίπεδο, το εν λόγω πρωτόκολλο ήταν εθνικά επιζήμιο, γιατί αναγνώριζε ύπαρξη βουλγαρικής μειονότητας και κατά αυτό τον τρόπο ενίσχυε τις διεκδικήσεις της Σόφιας. Τελικώς, η ελληνική Βουλή αρνήθηκε να το επικυρώσει και η Κοινωνία των Εθνών απάλλαξε την Ελλάδα από τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει.

Η «Κομμουνιστική Βαλκανική Ομοσπονδία»

Την ίδια εποχή, το Κομμουνιστικό Κόμμα Βουλγαρίας, σε συνεργασία με την Κομμουνιστική Διεθνή, προωθούσε τη δημιουργία κράτους της ενιαίας Μακεδονίας και ενιαίας Θράκης, στο πλαίσιο μίας μελλοντικής Κομμουνιστικής Βαλκανικής Ομοσπονδίας. Η Μόσχα υιοθέτησε το σχέδιο, επειδή πίσω από την κομμουνιστική ιδεολογία επιβίωναν οι παραδοσιακές πανσλαβικές αντιλήψεις και η επίσης παραδοσιακή ρωσική και σλαβική επιδίωξη για έξοδο στη Μεσόγειο.

Μετά από τις έντονες πιέσεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς η θέση αυτή υιοθετήθηκε και από τα Κομμουνιστικά Κόμματα Γιουγκοσλαβίας και Ελλάδας. Το 1935 το ΚΚΕ εγκατέλειψε αυτή τη θέση, που του είχε ήδη κοστίσει πάρα πολύ, αφού το σχέδιο προέβλεπε απόσπαση εδαφών από την Ελλάδα. Την αντικατέστησε με τη θέση «περί ισοτιμίας των Σλαβομακεδόνων στα πλαίσια του ελληνικού κράτους».

Πηγή: Slpress.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *