Το μετέωρο βήμα της ευρωπαϊκής Αριστεράς

Γράφει ο Εμμανουήλ Μαυροζαχαράκης *

Είναι σαφές ότι η οικονομική κρίση του 2007, η προσφυγική κρίση που ακολούθησε και η υγειονομική κρίση σε συνδυασμό με την πανδημία του κορονοϊού, διαμόρφωσαν ένα ζοφερό πλαίσιο άσκησης πολιτικής. Συγκεκριμένα, οι παράμετροι άντλησης πολιτικών συναινέσεων μετατοπίστηκαν προς μία κατεύθυνση που ευνοεί ποικίλους τύπους λαϊκισμού, την έξαρση των πολώσεων και των πολιτικών ρήξεων.

Εν κατακλείδι, οι παραδοσιακοί όροι επίτευξης πολιτικής νομιμοποίησης σχεδόν ρευστοποιήθηκαν. Στις παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις τέθηκαν σαφή όρια ανάπτυξης, ενώ παράλληλα διαμορφώθηκε ένα δυναμικό μέτωπο αμφισβήτησης των δεδομένων δημοκρατικής κυριαρχίας στην Ευρώπη. Η εν λόγω εξέλιξη, ανάγεται εν μέρει στον τρόπο λειτουργίας των δημοκρατικών και προοδευτικών δυνάμεων κατά την περίοδο των κρίσεων.

Ειδικά, η σοσιαλδημοκρατία, αλλά και η κυβερνώσα Αριστερά, αντί να επιχειρήσουν με επίφαση να εμποδίσουν την επέλαση του νεοφιλελευθερισμού, στάθηκαν παθητικά απέναντι στο μέτωπο λιτότητας που ξεδιπλώθηκε στην Ευρώπη και δεν στρατεύτηκαν δυναμικά υπέρ της ανάπτυξης και κατά της ανεργίας ειδικά στον Νότο. Η κεντροαριστερά δεν αμφισβήτησε σε βάθος το κοντόφθαλμο διακύβευμα μιας ανταγωνιστικής Ευρώπης μέσω της δημοσιονομικής περιστολής, που επέβαλε η Γερμανία.

Οι αλλεπάλληλες ευρωπαϊκές κρίσεις

Η πολιτική και κοινωνική διάσταση της κρίσης, η οποία έλαβε πολλές φορές ζοφερές διαστάσεις τέθηκε σε δεύτερη μοίρα από όλες τις πολιτικές δυνάμεις. Ακόμα και η κεντροαριστερά ανέχτηκε την προτεραιότητα της ανταγωνιστικότητας που επετεύχθη μέσω περιστολής της κατανάλωσης, εν μέσω της περικοπής μισθών, συντάξεων και δημόσιων δαπανών. Η κούρσα λιτότητας οδήγησε τις χώρες του Νότου με διαχρονικά ελλείμματα σε πλεονάσματα εξωτερικών συναλλαγών. Όλα αυτά έγιναν όμως παράγοντες έντονης κρίσης στο κοινωνικό πεδίο.

Η επιμονή στις περικοπές και στην ανταγωνιστικότητα επιδείνωσε την κοινωνική κατάσταση των πολιτών. Επιπλέον, η σοσιαλδημοκρατία χειρίστηκε το προσφυγικό ζήτημα επιπόλαια, ευνοώντας μία φραστική πολιτική ανοικτών συνόρων η οποία και πάλι επιβάρυνε πρωτίστως τον Νότο και επιπλέον επέδειξε μία απερίσκεπτη διστακτικότητα γύρω από την ανάγκη δυναμικής αντιμετώπισης της πανδημίας, μέσω της ισχυροποίησης του κοινωνικού κράτους.

Ενώ λοιπόν από το 2007 και μετά η Ευρώπη βρίσκεται σε μία κατάσταση κρίσης και οι αρχηγοί κρατών και πρωθυπουργοί των χωρών πέφτουν από τη μία κατάσταση εκτάκτου ανάγκης στην άλλη, οι συμβιβασμοί και οι λύσεις που προτείνονται από την κεντροαριστερά για την αντιμετώπιση των προβλημάτων δεν πείθουν. Ως εκ τούτου η προωθούμενη από τη Γερμανία πολιτική της σταθεροποίησης, που συνδέεται με εντεινόμενη ανεργία δε βρήκε τα απαιτούμενα αντίβαρα.

Δημοκρατική Αριστερά και γερμανική πολιτική

Οι ιθύνοντες και αξιωματούχοι του προοδευτικού χώρου δεν υπερασπίστηκαν όσο θα έπρεπε την παραδοχή ότι η μία έξοδος από την κρίση συνδέεται με δημόσιες πολιτικές, κρατικές ενέσεις ρευστότητας για την αναζωογόνηση της οικονομίας και προγράμματα ενίσχυσης του κοινωνικού κράτους για την αντιμετώπιση της πανδημίας, αλλά και του προσφυγικού ζητήματος

Με λίγα λόγια η δημοκρατική Αριστερά δεν προέβη σε έναν προωθημένο και σύγχρονο επαναπροσδιορισμό της έννοιας του κράτους επιμένοντας σε μία ορισμένη εξομάλυνση των κοινωνικών επιπτώσεων μέσω αντίστοιχων κοινωνικών μεταβιβάσεων. Κατά συνέπεια, η εντατικοποίηση της πολιτικής λιτότητας, που πρόκρινε η γερμανική πολιτική ηγεσία και η εφαρμογή της ταυτόχρονα σε πολλές χώρες της ΕΕ, οδήγησε σε ένα συνολικό πολιτικό αδιέξοδο όλων των δημοκρατικών πολιτικών δυνάμεων.

Εντούτοις, μόνο αφελείς θα μπορούσαν να υποθέσουν ότι η γερμανική πολιτική ηγεσία δε γνώριζε τις βαριές επιπτώσεις που θα είχε η πολιτική σκληρής και συνεχώς εντεινόμενης λιτότητας πάνω στα πολιτικά συστήματα οδηγώντας πολλές φορές στην πτώση κυβερνήσεων, στην έκπτωση πολιτικών ηθών και του κοινοβουλευτικού βίου, ακόμα και σε διαλυτικά φαινόμενα κατάρρευσης.

Έλλειψη εναλλακτικών

Με τις παραμορφωτικές εξελίξεις αυτές συνδυάζεται και η ενδυνάμωση των ακραίων πόλων, Δεξιά και Αριστερά του πολιτικού φάσματος. Ενώ, οι πολίτες σε όλη την Ευρώπη αναρωτιούνται αν οι κυβερνήσεις τους είναι πραγματικά ικανές να κυβερνήσουν και οι δημοσκοπήσεις του Ευρωβαρόμετρου δείχνουν ότι μία πολύ μεγάλη μερίδα των Ευρωπαίων είναι απαισιόδοξοι για το μέλλον της ΕΕ, η κεντροαριστερά αδυνατεί να επιδείξει πειστικά τον εναλλακτικό δρόμο.

Αντί η σοσιαλδημοκρατία να ανταποκριθεί επάξια στις προκλήσεις της εποχής φαίνεται να παραμένει εγκλωβισμένη στο παρελθόν της, προσπαθώντας ακόμα να επεξεργαστεί και ενδεχομένως να υπερβεί την περίοδο του τρίτου δρόμου. Η περίοδος αυτή οδήγησε σε μία εκτεταμένη προσαρμογή της δημοκρατικής Αριστεράς στο κυρίαρχο μοντέλο της νεοφιλελεύθερης αγοράς.

Αυτή η εξέλιξη ήταν πιθανώς πιο έντονη στη Μεγάλη Βρετανία και τη Γερμανία, όπου πριν από δέκα χρόνια, στις 13 Ιουνίου 1999, δημιουργήθηκε το σχέδιο για τις μεταγενέστερες μεταρρυθμίσεις της ατζέντας του τρίτου δρόμου με το μανιφέστο Schröder-Blair. Σήμερα, αποδεικνύεται ότι η μετάθεση της σοσιαλδημοκρατίας προς το Νέο Κέντρο αποτέλεσε μια κίνηση πολιτικής περιθωριοποίησης.

Η άνοδος της Δεξιάς

Κατά ειρωνικό τρόπο οι διαδοχικές κρίσεις ανάγκασαν όλες τις πολιτικές δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένης και της Δεξιάς, να ασπαστούν την ανάγκη ενός ενεργού κράτους, με λειτουργίες κοινωνικού πατερναλισμού. Προφανώς, ακριβώς αυτή η αντίφαση καθιστά τα εκλογικά σώματα πλέον δύσπιστα απέναντι στις παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και ειδικά της σοσιαλδημοκρατίας.

Αναμφίβολα πάντως, η Δεξιά σε όλες τις εκδοχές της κέρδισε έδαφος σε όλη την Ευρώπη, ενώ η Αριστερά περιχαρακώθηκε. Πίσω από αυτή την πτώση κρύβεται μια κρίση αριστερής πολιτικής, πράγματι αριστερής σκέψης στο σύνολό της. Είναι ανάγκη σήμερα η σύγχρονη κεντροαριστερά να σφυρηλατήσει μία νέα κοινωνική συμμαχία που θα συνδέεται με το καθήκον σχηματισμού ενός νέου προοδευτικού πολυσυλλεκτικού κινήματος ταγμένου υπέρ της αναδιανομής.

Πρόκειται για τη δημιουργία ενός πολύμορφου κινήματος από διαφορετικές κοινωνικές ομάδες που ψηφίζουν εν μέρει τα φιλελεύθερα κόμματα, εν μέρει τους οικολόγους και εν μέρει τους σοσιαλιστές και την Αριστερά. Για αυτό θα πρέπει η νέα σοσιαλδημοκρατία να αναζητήσει εκείνες της ομάδες της κοινωνίας που τάσσονται υπέρ ενός νέου οικονομικού μοντέλου, ενός νέου κράτους πρόνοιας και την επέκταση των κοινωνικών δικαιωμάτων και να διαμορφώσει ένα ευρύ πρόγραμμα που να είναι ελκυστικό για αυτό το πολύπλευρο νέο πολυσυλλεκτικό κοινωνικό κίνημα.

Διεκδικώντας την εργατική τάξη

Τα περισσότερα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, ακούσια διαθέτουν την εικόνα ενός υποκειμένου αναφοράς που μπορεί εν ολίγοις να σκιαγραφηθεί ως λευκός μεσήλικας που εργάζεται σε εργοστάσιο και του οποίου τη φωνή πρέπει να «κερδηθεί πίσω». Αυτή η εικόνα, δεν ανταποκρίνεται στην εργατική τάξη όπως την έχουμε σήμερα. Έχουμε χαμηλόμισθους όλων των ειδών, σε μία μεγάλη ποικιλία παραγωγικών τομέων.

Το ερώτημα λοιπόν πρέπει να είναι: Τι είδους πολιτική μπορεί να υιοθετήσει κάποιος για να καλύψει τα πολλά διαφορετικά συμφέροντα που υπάρχουν σε αυτήν την πολύ ευρεία και πλουραλιστική κοινωνική ομάδα; Προφανώς, ένα κόμμα δεν μπορεί να καλύψει από μόνο του αυτό το πολύπλευρο φάσμα συμφερόντων. Χρειάζεται μία νέα αφήγηση και καινοτόμα αιτήματα που θα καλύπτουν την σύγχρονη σύνθεση του κοινωνικού σώματος, ενώ παράλληλα θα θέτουν στο επίκεντρο τα πιο δυναμικά και προοδευτικά κομμάτια του πληθυσμού.

Πρωτίστως είναι σημαντικό το αίτημα για αναδιανομή του πλούτου μεταξύ των γενεών. Οι νεότεροι ψηφοφόροι πρέπει να αντιμετωπίσουν μια πολύ πιο ανταγωνιστική αγορά εργασίας, να ξοδέψουν πολύ περισσότερα για στέγαση, να εξοφλήσουν συχνά πολύ υψηλότερα χρέη κατάρτισης, να εκτίθενται σε πολύ υψηλότερους κοινωνικούς κινδύνους και πολλά άλλα. Το ερώτημα είναι επομένως: Ποια πολιτικά βήματα πρέπει να κάνει η νέα σοσιαλδημοκρατία για να αναπτύξει ένα συμβόλαιο μεταξύ των γενεών.

Παλιά αιτήματα και νέα προβλήματα

Σαφέστατα, δεν υπάρχει λόγος να συνδεθεί απαραιτήτως αυτός ο στόχος με την εθνικοποίηση μεγάλων τμημάτων της εθνικής οικονομίας, ή με μια ιδιαίτερα παρεμβατική σοσιαλιστική πολιτική. Πουθενά δεν είναι γραμμένο ότι η Αριστερά πρέπει να κουβαλάει εσαεί μαζί της το παρωχημένο πολιτικό οπλοστάσιο της δεκαετίας του 1970, εάν θέλει να προσεγγίσει νεότερους ψηφοφόρους.

Η κεντροαριστερά πολλές φορές κουβαλάει ριζοσπαστικές πολιτικές αποσκευές που τρομάζουν πολλά προοδευτικά τμήματα της μεσαίας τάξης, που ενώ υποστηρίζουν την αναδιανομή και μια δίκαιη κοινωνία, πιστεύουν ότι μία ριζοσπαστική πολιτική ατζέντα δεν είναι κατάλληλη λύση.

Εντούτοις, πολιτικές που συνδέονται με μαζικές επενδύσεις σε μία εκπαίδευση, χωρίς δίδακτρα, λύσεις σε προβλήματα, όπως το στεγαστικό, η επέκταση της δημόσιας στέγασης, το βασικό εγγυημένο εισόδημα, οι υψηλότερες δαπάνες για την υγειονομική περίθαλψη, οι μέτριες και όχι παράφρονες αυξήσεις φόρων για υψηλότερα εισοδήματα, η περιβαλλοντική πολιτική, η ισότητα των φύλων, τα δικαιώματα των μειονοτήτων, η επένδυση σε νέες τεχνολογίες, στην καινοτομία και σε μορφές οικολογικής ενέργειας, η επένδυση στον τομέα της δημόσιας τηλεργασίας κλπ. είναι σίγουρα ελκυστικές προτάσεις πολιτικής για ένα ευρύτερο κοινωνικό φάσμα.

Αλληλεγγύη και νέο κοινωνικό συμβόλαιο

Υπάρχουν λοιπόν πάντοτε δυνατότητες για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο και αυτό είναι γνωστό από την ιστορική εμπειρία. Μάθαμε από τους δύο παγκόσμιους πολέμους και τη μεγάλη ύφεση ότι το φορολογικό σύστημα αναδιαμορφώθηκε ουσιαστικά μετά από μεγάλες κρίσεις. Πιθανότατα θα το δούμε και μετά τον Covid-19.

Ένας λόγος για αυτό είναι η επίγνωση ότι οι ομάδες χαμηλότερου εισοδήματος ή οι άνθρωποι που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή δέσμευσης κατά της πανδημίας πλήττονται περισσότερο από την κρίση, ενώ τα υψηλότερα εισοδήματα προστατεύονται σε μεγάλο βαθμό ή μπορούν να απομονωθούν.

Ένα νέο αίσθημα αλληλεγγύης θα μπορούσε να σημαίνει ότι τα τμήματα του πληθυσμού με υψηλότερο εισόδημα πρέπει να αναλάβουν μεγαλύτερη ευθύνη για το κόστος επέκτασης του κράτους πρόνοιας, μέσω υψηλότερων κρατικών δαπανών για υγειονομική περίθαλψη, πιθανότατα υψηλότερων κατώτατων μισθών, μέσω περισσότερης υποστήριξης για άτομα σε επισφαλείς θέσεις εργασίας και μέσω της επέκταση των δημοσίων δαπανών σε πολλές περιοχές και πολλά άλλα.

Ανταγωνισμός κι αλλαγή παραδείγματος

Παρόμοια με τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά τη Μεγάλη Ύφεση, υπάρχει η δυνατότητα σύναψης ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου. Ωστόσο, αναδύεται και ένας νέος πραγματικός κίνδυνος συνδεδεμένος με τον Covid 19, δηλαδή η πρόκληση στο ατομικό δικαίωμα της ελευθερίας.

Όταν συλλέγονται προσωπικές πληροφορίες και παρακολουθούνται οι κινήσεις των ανθρώπων και η συμπεριφορά τους και συστήνεται σε μερικά άτομα ή ομάδες να μείνουν στο σπίτι, ενώ άλλες ομάδες επιτρέπεται να βγουν έξω, η δημοκρατική Αριστερά δεν μπορεί να μείνει απαθής, υποχωρώντας (υποτίθεται) στις ανάγκες δημόσιας υγείας. Στην αριστερή προσέγγιση πολιτικής, το σύστημα δημόσιας υγείας, το κοινό καλό και η συλλογική ευθύνη, δεν πρέπει να συγκρούονται με τα ατομικά δικαιώματα.

Η δημοκρατία στον πυρήνα της πρέπει να έχει την ελευθερία. Δεδομένου ότι το στρατόπεδο της κεντροδεξιάς έχει λιγότερους προβληματισμούς σε τέτοια θέματα από το στρατόπεδο της κεντροαριστεράς, υποθέτουμε ότι αυτά τα ζητήματα θα αποτελέσουν μια νέα αρένα διαμάχης τα επόμενα χρόνια. Είναι προφανές ότι οι παραπάνω παρατηρήσεις συντείνουν υπέρ της άποψης ότι χρειάζεται μια αλλαγή παραδείγματος στην αριστερή πολιτική η οποία θα προκρίνει λύσεις που θα προάγουν τις ιστορικές εξελίξεις υπέρ της ανθρωπότητας και όχι εις βάρος της.

Ο Εμμανουήλ Μαυροζαχαράκης είναι Δρ. Πολιτικής Επιστήμης, Ερευνητής στο Κέντρο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Πανεπιστημίου Κρήτης.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *