«Το να εντοπίσουμε τους νέους που θεωρούνται ‘‘υψηλού ρίσκου’’ και να τους παρέχουμε βοήθεια είναι  ο καλύτερος τρόπος πρόληψης»

Photo Philenews

Της ΤΩΝΙΑΣ ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ

Μέρα παρά μέρα. Μέρα παρά μέρα ένα παιδί πέφτει θύμα σεξουαλικής κακοποίησης στην Κύπρο. Αυτό είναι το ανατριχιαστικό συμπέρασμα για τη συχνότητα του εγκλήματος, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα από την Αστυνομία και καταγράφουν 303 περιστατικά μέσα στη διετία 2017-2018.

Για πολλά από τα παιδιά η κακοποίηση είναι συστηματική, ένα καθημερινό βίωμα μέσα στο σπίτι τους, στο κρεβάτι τους, στο προπονητήριο, στο σπίτι της γιαγιάς, στο σπίτι κάποιου πολύ καλού φίλου.

Άλλη μια άσχημη πλευρά των στατιστικών είναι αυτή της σιωπής. Μόλις το 10% των περιστατικών σεξουαλικής κακοποίησης καταγγέλλεται. Η συντριπτική πλειονότητα των παιδιών δεν μιλάει ποτέ. Αν αυτό το προεκτείνει κανείς σε αριθμούς, αντιλαμβάνεται ότι σε κάθε τάξη σχολείου, σε κάθε φροντιστήριο, σε κάθε φαστφουντάδικο, σε κάθε αίθουσα για παιδικά γενέθλια, σχολή μπαλέτου και αποδυτήρια, συναντάμε παιδιά που έχουν υποστεί βιασμό, παρενόχληση, σεξουαλική εκμετάλλευση από κάποιον ενήλικα τον οποίο κατά κανόνα γνώριζαν και εμπιστεύονταν. Οι περιπτώσεις του άγνωστου άντρα που επιτίθεται μπορούν να θεωρηθούν εξαιρέσεις.

  • Δεν αρκεί να σοκαριζόμαστε και δεν έχει κανένα απολύτως νόημα να «τάζουμε» μαρτυρικούς θανάτους στους θύτες. Αν έχουμε μάθει κάτι τα τελευταία χρόνια –κυρίως χάρη στις συνεπείς και επίμονες προσπάθειες της Αναστασίας Παπαδοπούλου, οι οποίες οδήγησαν στην αλλαγή της νομοθεσίας, στην ίδρυση του Σπιτιού του Παιδιού, στην εθνική στρατηγική και στην ίδρυση του συμβουλίου Φωνή– είναι ότι χρειάζεται κάτι πολύ περισσότερο από μια οργή που φουσκώνει και ξεφουσκώνει κάθε φορά που έρχεται ένα περιστατικό στην επικαιρότητα.

Κατ’ αρχάς, πρέπει να κατανοήσουμε ότι πρόκειται για ένα έγκλημα που έχει να κάνει κυρίως με την εξουσία που έχει ένας ενήλικας πάνω σε ένα παιδί και πολύ λιγότερο με σεξουαλικό βίτσιο. «Μόλις το 10% των εγκλημάτων διαπράττονται από άτομα που εμπίπτουν στην κλινική κατηγορία των παιδόφιλων» εξηγεί ο Μπράγκι Γκουντμπράσο, δημιουργός του προγράμματος «Σπίτι του Παιδιού» και σύμβουλος του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη σεξουαλική κακοποίηση παιδιών. «Το 90% ασελγεί σε παιδιά απλά γιατί είναι πιο ευάλωτα, είναι ευκολότερο να τα προσεγγίσεις και να τα χειραγωγήσεις».

Σε ένα μεγάλο ποσοστό, μάλιστα, πρόκειται για άτομα που υπήρξαν τα ίδια θύματα ως παιδιά. Ή έχουν βιώματα που τα οδηγούν σε μοτίβα κακοποιητικής συμπεριφοράς στην ενηλικίωση. Και εδώ τίθεται επιτακτική η ανάγκη της έγκαιρης παρέμβασης. «Η γενετική προδιάθεση αφορά μια πολύ μικρή μειονότητα των δραστών. Οι περισσότεροι δεν γεννιούνται. Θα λέγαμε ότι εκπαιδεύονται.

Είναι περισσότερο μια κοινωνική συμπεριφορά που μαθαίνεται παρά μια γενετική ανωμαλία. Και έτσι θεωρώ ότι το να εντοπίσουμε τους νέους που θεωρούνται «υψηλού ρίσκου» και να τους παρέχουμε βοήθεια είναι ο καλύτερος τρόπος πρόληψης». Κι αυτό δεν αφορά μόνο τα σεξουαλικής φύσεως αλλά όλα τα εγκλήματα.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *