Το Ουκρανικό, η Ευρώπη και η ελληνική εξωτερική πολιτική

Του ΝΙΚΟΥ ΚΟΤΖΙΑ

Η Ρωσία θεωρεί ότι οι απώλειές της κατά την περίοδο 1989-1991 «συμπληρώθηκαν» με την προσχώρηση της πλειονότητας των παλιών συμμάχων της σε δυτικούς θεσμούς. Αυτή η αλλαγή ισορροπιών της δημιουργεί ένα ανασφαλές και ασταθές περιβάλλον. Προκειμένου να αποτρέψει τη χειροτέρευση της θέσης της, πιέζει στρατιωτικά επί της Ουκρανίας που τη θεωρεί κομμάτι της ταυτότητάς της, κάτι που δεν ισχύει και μάλιστα με την απολυτότητα που το διατείνεται.

Από την άλλη, η Δύση θεωρεί ότι οι προκλήσεις της Ρωσίας πάνω στα ουκρανικά σύνορα θέτουν σε δοκιμασία την ετοιμότητά της να προασπίσει εταίρους και φίλους, τόσο στην Ευρώπη όσο και αλλού. Η ήττα της στο Αφγανιστάν και η ουσιαστική απόσυρση των ΗΠΑ από τη Συρία πιθανά οδήγησε τον Πούτιν στη σκέψη ότι τώρα είναι η ευκαιρία να θέσει σε δοκιμασία την αξιοπιστία των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Για τις εξελίξεις δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον και η Κίνα, αφού στο Ουκρανικό αποκαλύπτεται η «συνέπεια» των ΗΠΑ ως προς την Ταϊβάν.

Στην ένταση που έχει δημιουργηθεί, οι ΗΠΑ παίζουν το κύρος και τον ρόλο τους στον δυτικό κόσμο, ενώ η Ρωσία επιθυμεί να επανέλθει ως ισότιμος συνομιλητής τους. Ταυτόχρονα, η ουκρανική ένταση παρεμποδίζει τις ΗΠΑ και τη Δύση να συγκεντρώσουν προσοχή και δυνάμεις στη Νοτιοανατολική Ασία, ενώ η Κίνα νιώθει να φεύγει από πάνω της, έστω και προσωρινά, η αμερικανική πίεση.

Στο διεθνές σύστημα, αλλά και στην Ε.Ε., η Ελλάδα θα είναι πολύ πιο χρήσιμη αν προωθήσει τον ειδικό της ρόλο ως δύναμης των «Τριών Δέλτα», δηλαδή ως φορέας Διαμεσολάβησης, Διαιτησίας και προωθητής Διαπραγματεύσεων, παρά να υιοθετεί παθητικά τις επιλογές τρίτων. Ως μια χώρα που μπορεί να διαμεσολαβεί και να προωθεί τον διάλογο ανάμεσα σε δύο πλευρές που βρίσκονται σε ένταση. Η εξωτερική μας πολιτική έχει πλούσια εμπειρία διαμεσολαβήσεων.

Η Ελλάδα μπορεί να διατυπώσει σκέψεις λύσης των προβλημάτων που έχουν προκύψει και καταλαγιασμού των εντάσεων στο μέτρο του δυνατού. Η διαπραγμάτευση για τη λύση του Ονοματολογικού έδειξε ότι υπάρχουν λύσεις και στα πιο «αδιαίρετα», άρα δυσκολότατα προβλήματα. Η ίδια η διαπραγμάτευση έδειξε, ακόμα, τη σημασία που έχουν τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ) προκειμένου να διευκολυνθεί η καθαυτό διαπραγμάτευση πάνω σε ένα πρόβλημα. Στην παρούσα κρίση ανάμεσα στη Δύση και τη Ρωσία θα ήταν χρήσιμο αν η Ελλάδα σκεφτόταν να συμβάλει στη διαμόρφωση ανάλογων ΜΟΕ. ΜΟΕ που με λογική και νηφαλιότητα να λαμβάνουν υπόψη τους τις ανησυχίες της Ρωσίας, χωρίς τις απαιτήσεις της, όπως να συνδιαχειρίζεται την εξωτερική πολιτική και τις επιλογές ανεξάρτητων κρατών όπως είναι η Ουκρανία, και μάλιστα παρά την εναντίωση της τελευταίας.

Ας δούμε, λοιπόν, πέντε τέτοιες προτάσεις:

Στην ένταση που έχει δημιουργηθεί, οι Ηνωμένες Πολιτείες παίζουν το κύρος και τον ρόλο τους στον δυτικό κόσμο, ενώ η Ρωσία επιθυμεί να επανέλθει ως ισότιμος συνομιλητής τους.

Πρώτον, η Ρωσία απαιτεί από το ΝΑΤΟ να δεσμευθεί ότι δεν πρόκειται ποτέ να ενταχθεί η Ουκρανία σε αυτό. Αυτό δεν το αποδέχεται η άλλη πλευρά διότι θεωρεί ότι θα καταστήσει τη Ρωσία συνδικαιούχο της τύχης τρίτου κράτους, ενώ θα αποκτήσει άτυπο βέτο στις επιλογές του ΝΑΤΟ. Εκείνο, όμως, που μπορεί να γίνει είναι ότι αφού κανείς δεν σκέφτεται να εντάξει άμεσα την Ουκρανία στο ΝΑΤΟ, να υπάρξει μια συμφωνία ότι κάτι τέτοιο θα τεθεί προς εξέταση όχι νωρίτερα από δέκα χρόνια.

Δεύτερον, η Ρωσία απαιτεί από τη Δύση να μην παραχωρεί όπλα στην Ουκρανία, ούτε καν αμυντικής χρήσης. Αίτημα μη αποδεκτό παρά μόνο από τη Γερμανία. Εκείνο, όμως, που μπορεί να συμφωνηθεί είναι η Δύση να μην εγκαταστήσει πυρηνικά όπλα στην Ουκρανία. Μια τέτοια επιλογή είναι πραγματοποιήσιμη, διότι η ίδια η Ουκρανία είχε παραδώσει στη Ρωσία τον ατομικό της εξοπλισμό στη δεκαετία του 1990. Εξάλλου, η εγκατάσταση τέτοιων όπλων αφορά άμεσα την ίδια τη Δύση, ενώ δεν αφαιρεί από την Ουκρανία ανεξαρτησία λήψης αποφάσεων, καθότι το ζήτημα δεν εναπόκειται μονοσήμαντα στις επιλογές της.

Τρίτον, η Ρωσία απαιτεί να αποσυρθούν από μια σειρά χώρες στρατεύματα τρίτων, νατοϊκών, κρατών. Στρατεύματα που οι ίδιες αυτές χώρες θεωρούν εγγύηση επιβίωσής τους. Εκείνο που μπορεί να γίνει στο πλαίσιο των ΜΟΕ είναι τα «ξένα» τμήματα ενόπλων δυνάμεων να μη δικαιούνται σε καιρό ειρήνης να πλησιάσουν σε μια συγκεκριμένη απόσταση από τα σύνορα, καθώς και να μη γίνονται επί των συνόρων στρατιωτικές ασκήσεις.

Τέταρτον, να επαναλειτουργήσει εντατικά και με θέληση να βρεθεί λύση ο θεσμός της «Νορμανδίας», όπου Γαλλία, Γερμανία, Ουκρανία και Ρωσία συνομιλούν για τα προβλήματα στην Ανατολική Ουκρανία. Πρόκειται για θεσμό που συμμετέχει η Ουκρανία, όπου συζητείται η τύχη της και ταυτόχρονα επανέρχονται τα κράτη-μέλη της εξαφανισμένης Ε.Ε. στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Διότι είναι κατανοητή η ανάγκη της Ρωσίας να συνομιλεί με τη Δύση μέσω των ΗΠΑ, ώστε να νιώθει ότι γίνεται αποδεκτή ως μια «ισότιμη υπερδύναμη», αλλά από την άλλη δεν μπορεί ένα ευρωπαϊκό πρόβλημα να συζητιέται ερήμην της Ε.Ε. και των κρατών-μελών της. Τέλος, να ελέγχονται εκατέρωθεν τα πυραυλικά συστήματα.

Πέμπτον, να επανέλθει, αλλά πιο ουσιαστικά, η συμφωνία «open sky» για τον έλεγχο από αέρος των μετακινήσεων οπλικών συστημάτων και στρατευμάτων.

Είναι φανερό ότι τα όπλα ασκούν πίεση. Αλλά η διπλωματία μπορεί να βρει λύσεις αποτρέποντας τη χρήση τους και χωρίς κάποια πλευρά να εμφανιστεί ηττημένη. Μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στα όπλα και τη διπλωματία είναι ότι στα πρώτα υπάρχουν πάντα ηττημένοι (τουλάχιστον η μία πλευρά, συχνά και οι δύο), ενώ στη διπλωματία μπορούν να κερδίσουν και οι δύο. Και σε αυτή την κατεύθυνση πρέπει να συμβάλει η Ελλάδα με προτάσεις στο πνεύμα των ΜΟΕ.

Τέλος, σημειώνω τον παραλογισμό της αμερικανικής γραφειοκρατίας, η οποία τη στιγμή που γίνεται πανταχόθεν κατανοητή η ανάγκη μείωσης της ενεργειακής εξάρτησης της Ευρώπης, επιδιώκει την κατάργηση των αγωγών από την Ανατολική Μεσόγειο, τη μόνη λύση που ξεφεύγει από το δίλημμα εξάρτηση από τη Ρωσία ή την Τουρκία. Ντε φάκτο, η πιο φιλοευρωπαϊκή λύση είναι ο «ανεξάρτητος δρόμος» της Ανατολικής Μεσογείου. Οποιος τον απορρίπτει και ταυτόχρονα θέλει να σταματήσει την αύξηση των ροών από τη Ρωσία, εντέλει υποκρίνεται, και εκείνο που επιδιώκει είναι η αναβάθμιση της Τουρκίας και κάποιων συγκεκριμένων συμφερόντων.

* O κ. Νίκος Κοτζιάς είναι πρώην υπουργός Εξωτερικών.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.