Το πιστόλι του εκβιασμού: Συμφέρει στην Ελλάδα η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης;

Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Φωτογραφία από την ιστοσελίδα του

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΚΑΦΙΔΑ

Και κάπως έτσι, με τις τουρκικές προκλήσεις να βαίνουν κλιμακούμενες προς πάσα κατεύθυνση διατρέχοντας πια ολόκληρη τη λεκάνη της Μεσογείου από τη Συρία έως και την Κρήτη, θυμήθηκε και η κυβερνώσα Νέα Δημοκρατία τη Χάγη: εκείνη τη σημιτική-ροζακική «εμμονή» που επιφανείς Νεοδημοκράτες άλλοτε εξόρκιζαν μέσα σε πελάγη μαξιμαλιστικής αδράνειας.

  • Η (πρώην υπουργός Εξωτερικών) Ντόρα Μπακογιάννη και ο (καθηγητής Διεθνών Σχέσεων) Δημήτρης Καιρίδης, βουλευτές της ΝΔ αμφότεροι, τάχθηκαν, μέσα από δηλώσεις τους τα τελευταία 24ωρα υπέρ μιας από κοινού (διότι κατά μόνας δεν έχει κανένα νόημα όπως αποδείχθηκε άλλωστε και το 1976) προσφυγής με την Τουρκία στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.

Υπέρ μιας προσφυγής δηλαδή που θα αναγνωρίζει στο Διεθνές Δικαστήριο τη δικαιοδοσία-αρμοδιότητα να αποφασίσει για όσα οι δύο χώρες μέσω συμφωνίας-συνυποσχετικού θα έχουν προηγουμένως αποδεχθεί σε μια τέτοια περίπτωση ως το επίδικο πλαίσιο της μεταξύ τους διένεξης (διερωτάται κανείς άραγε εάν αυτό το πλαίσιο θα εξαντλείται μόνο στο εύρος της υφαλοκρηπίδας;).

Ορθή επιλογή, υπό μια έννοια, καθότι στην πραγματικότητα ενδεχομένως να μην έχουμε και άλλη… Εκτός και αν πιστεύει κανείς ότι είναι πια πιθανότερο να τα βρούμε με την Τουρκία διμερώς…

  • Η λέξη «συμβιβασμός» θα πρέπει, άλλωστε, κάποια στιγμή να ανακτήσει και στα ελληνικά το χαμένο της νόημα. Διότι όχι, «συμβιβασμός» δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ούτε ήττα, ούτε ταπείνωση. Ως «ήττα» και «ταπείνωση» επιλέγουν να τον βλέπουν όσοι θα προτιμούσαν να ρισκάρουν νέες (ακόμη χειρότερες) εθνικές ήττες αντί να επωμιστούν το πολιτικό κόστος γενναίων πλην όμως δύσκολων αποφάσεων.

Και όχι, ο «συμβιβασμός» δεν μπορεί να ταυτίζεται συλλήβδην με τον ενδοτισμό και την υποχωρητικότητα. Μπορεί, γιατί όχι, να είναι και αυτό που λέει η λέξη: αμοιβαίες υποχωρήσεις που επιτρέπουν σε δύο πλευρές να καταλήξουν σε κοινά αποδεκτό έδαφος. Όπως σημειώνει, άλλωστε, και στην επίσημη ιστοσελίδα του το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών: «σε περίπτωση που διαφανεί ότι δεν καθίσταται δυνατή η εξεύρεση κοινού εδάφους εντός εύλογου χρόνου» μέσω των διερευνητικών επαφών για το θέμα της υφαλοκρηπίδας, τότε «πάγια θέση της Ελλάδας, η οποία συνάδει απολύτως με το διεθνές δίκαιο και έχει τεθεί και ως κριτήριο στην ενταξιακή πορεία της Τουρκίας, είναι η παραπομπή του ζητήματος (σ.σ. της υφαλοκρηπίδας) στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, προκειμένου να μη διαιωνισθεί η διαφορά». Από την έναρξη των διερευνητικών συνομιλιών πλέον μετράμε σχεδόν 20 χρόνια.

Ο «εύλογος χρόνος», με άλλα λόγια, έχει εκπνεύσει προ πολλού, και «η διαφορά διαιωνίζεται» επιδεινούμενη, με την Τουρκία να διεκδικεί πλέον εξωτερικά όρια υφαλοκρηπίδας… νοτίως όχι πια της Ρόδου αλλά της Κρήτης. Από το 1999 έχουν περάσει 20 χρόνια και τα δεδομένα έχουν εν τω μεταξύ αλλάξει. Η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας πλέον αμφισβητείται, όπερ σημαίνει ότι και τα κριτήρια τα απορρέοντα ως προϋποθέσεις από την εν λόγω ενταξιακή πορεία έχουν εν τω μεταξύ χάσει την όποια διαπραγματευτική αξία ίσως είχαν στο παρελθόν.

Το ερώτημα πια, λίγο πριν από την έλευση του 2020, είναι εάν όντως μπορούμε να καταλήξουμε με την Τουρκία σε έναν πραγματικά έντιμο συμβιβασμό; Από την πλευρά της Ελλάδας υπάρχουν στην πραγματικότητα αρκετοί που το θα ήθελαν, που θα ήταν διατεθειμένοι, άλλοι λιγότερο και άλλοι περισσότερο διστακτικά, να το επιχειρήσουν.

Από την πλευρά της Τουρκίας, ωστόσο, οι διεκδικήσεις είναι πια τόσο μεγάλες… που δεν αφήνουν καν περιθώρια συμβιβασμών αλλά προσιδιάζουν περισσότερο σε τελεσίγραφα ταπείνωσης του εχθρού μέσα σε συνθήκες εκβιασμού. Δεν θυμάμαι να έγινε κάποιος πόλεμος και να τον κέρδισα για να μπορώ να επιβάλω στην άλλη πλευρά τους όρους μου, συνήθιζε να απαντά ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς όταν τον εγκαλούσαν επειδή δεν κόμισε μια καλύτερη για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα Συμφωνία των Πρεσπών.

Υπό την ίδια έννοια, ο γράφων δεν θυμάται και η Τουρκία να έχει κερδίσει κάποιον πόλεμο που να της επιτρέπει να βάλει στην τσέπη ωσάν τρόπαιο ολόκληρη τη Μεσόγειο. Εάν όντως επιθυμεί να κάτσει στο τραπέζι του διαλόγου, όπως ενίοτε αφήνει να εννοηθεί ότι επιθυμεί (αν και στην πραγματικότητα κανείς πια δεν είναι βέβαιος ότι οι Τούρκοι εννοούν όσα λένε όταν δεν προκαλούν), τότε ας βγάλει πρώτα από το τραπέζι το πιστόλι του εκβιασμού (το μνημόνιο συναντίληψης με τη Λιβύη εν προκειμένω)… για να μπορέσουμε να συζητήσουμε.

Όσο για την ελληνική πλευρά, ας αποφασίσει εν τω μεταξύ τι ακριβώς θέλει και πως επιθυμεί να πορευθεί: Εάν θέλει ή δεν θέλει τα ΜΟΕ; Εάν το μνημόνιο κατανόησης της Τουρκίας με τη Λιβύη είναι τελικώς μνημόνιο ή συμφωνία; Εάν θα είμαστε μόνοι μας την ώρα της «μάχης» ή θα έχουμε και άλλους στο πλευρό μας;

Εάν είμαστε ικανοποιημένοι από τη στάση των Ευρωπαίων ή τους ζητούμε περισσότερα; Εάν, στην τελική, «το σύνολο της διεθνούς κοινότητας» που θεωρητικώς «τάσσεται υπέρ της Ελλάδας» μπορεί πρακτικώς να κάνει κάτι… απτό υπέρ της Ελλάδας, διότι πολλά διαβάζουμε για κάτι «μπλόκα» που υψώνουν οι ξένοι υπέρ μας αλλά στην πράξη η Τουρκία προχωράει… αμπλοκάριστη. Προς τη Χάγη ή όχι, μένει να φανεί.

Πηγή: ΕΘΝΟΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *