Το ποτάμι μπορεί να γυρίσει πίσω: Η χωρίς όρια δράσει  της Τουρκίας και η επιβαλλόμενη αντίδραση

Του ΚΩΣΤΑ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ

Σε δύσκολη, επικίνδυνη φάση, έχουμε εισέλθει σε σχέση με τους τουρκικούς σχεδιασμούς. Είναι προφανές πως έχει διαμορφωθεί από πλευράς της κατοχικής δύναμης ένα πλαίσιο κινήσεων επιβολής, που βρίσκεται σε μια –μπορεί κάποιος να ισχυρισθεί– τελική φάση. Πρόκειται για κινήσεις σε πολλά μέτωπα, που έχουν ως στόχο να υλοποιηθούν σταδιακά οι επιδιώξεις, ενώ ταυτόχρονα διαμηνύεται πως είναι «δρόμος χωρίς επιστροφή» για την Άγκυρα. Επί του παρόντος φαίνεται πως η Τουρκία κινείται ανεμπόδιστα, κι αυτό συνδέεται και με τη διεθνή συγκυρία αλλά και την αδυναμία της ελληνικής πλευράς. Πώς διαμορφώνεται το σκηνικό;

Πρώτον, η Τουρκία επιχειρεί με τις παρανομίες της στην ανατολική Μεσόγειο να αμφισβητήσει την κυριαρχία της Ελλάδος και της Κύπρου. Η κατοχική δύναμη επιχειρεί να καταστήσει και τις δυο χώρες κυριαρχικά «ανάπηρες» και εν δυνάμει προτεκτοράτα της. Κι αυτό προσπαθεί να το πετύχει στην πράξη είτε παρεμποδίζοντας είτε και ακυρώνοντας έρευνες όπως εκείνη του σκάφους Natural Geo, που είχε προγραμματισμένες εργασίες στην κυπριακή ΑΟΖ, για μετρήσεις σε μια ενδεχόμενη όδευση του αγωγού East Med. Ενός εγχειρήματος, το οποίο μάλλον θα μείνει στις μελέτες, αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ώως λειτουργεί η Άγκυρα και πώς επιβάλλεται. Υπενθυμίζεται πως το σκάφος αυτό παρενοχλήθηκε και όταν διενεργούσε έρευνες ανατολικά της Κρήτης.

Δεύτερον, οι κινήσεις στην κατεχόμενη Αμμόχωστο, με τις νέες εργασίες στην «πιλοτική» περιοχή, αποτελούν υπενθύμιση από πλευράς της Άγκυρας ότι κινείται για επιβολή τετελεσμένων και στη θάλασσα και στο έδαφος. Είναι δε προφανές πως θα προχωρήσει σταδιακά στο άνοιγμα της περίκλειστης περιοχής, επιδιώκοντας να αξιοποιήσει και Ελληνοκύπριους ιδιοκτήτες. Επί του παρόντος, για την περιοχή που εκτελεί εργασίες, οι αριθμός των αιτήσεων από Ελληνοκύπριους είναι πολύ μικρός. Αυτό, βέβαια, δεν πρόκειται να σταματήσει την Άγκυρα και θα την εποικίσει. Θέλει να τη μετατρέψει σε… Ντουμπάι ή και Λας Βέγκας, όπως ειπώθηκε πριν μερικά χρόνια.

Τρίτον,  στο Κυπριακό οι εξελίξεις έχουν παγώσει μετά το πρόσφατο γεύμα του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, Αντόνιο Γκουτέρες, με τον Πρόεδρο Αναστασιάδη και τον κατοχικό ηγέτη Ερσίν Τατάρ. Το θέμα «κόλλησε», ως γνωστό, στο ρόλο του ειδικού απεσταλμένου για το Κυπριακό. Κι αυτό δεν ήταν μια ακόμη αρνητική στάση της Άγκυρας. Το θέμα συνδέεται με τον μεγάλο στόχο για λύση δυο κρατών, για συνομοσπονδία, έχοντας ως τη μόνη επιδίωξη τον πλήρη έλεγχο του νησιού.

Τέταρτον, η κατοχική Τουρκία δημιουργεί ασφυκτικό κλοιό γύρω από τους Τουρκοκύπριους, επιχειρώντας να εξουδετερώσει κάθε αντίθετη φωνή αμφισβήτησης της κυριαρχίας της στα κατεχόμενα. Η πρόσφατη τακτική των απελάσεων Τουρκοκυπρίων δεν αποτελεί μόνο μια αντίδραση ενός δικτατορικού καθεστώτος, στο οποίο δεν ανέχονται άλλη άποψη, αλλά είναι προετοιμασία του εδάφους για ενσωμάτωση των κατεχομένων στην Τουρκία. Αυτός ο κίνδυνος δεν θα πρέπει να υποβαθμίζεται, αν και δεν φαίνεται στην παρούσα φάση να είναι ψηλά στις προτεραιότητες της κατοχικής δύναμης.

Πέμπτον, οι αντιδράσεις που καταγράφονται έναντι των τουρκικών προκλήσεων είναι επιδερμικές μέχρι και ανύπαρκτες μέχρι στιγμής. Φραστικές περισσότερο παρά επί της ουσίας. Σε αυτό το πεδίο, κυρίως της Ε.Ε., γίνονται πολλές προσπάθειες από κυπριακής πλευράς, ο δρόμος ωστόσο δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. Φαίνεται πως η Κύπρος δεν είναι Ουκρανία, Κριμαία. Είναι, όμως, προφανές πως εάν δεν αναληφθούν ενέργειες από την Ε.Ε. δεν θα αντιδράσουν άλλοι, όπως για παράδειγμα οι ΗΠΑ. Το έχουν ήδη διαμηνύσει τούτο.

Οι Αμερικανοί, πλην του Γερουσιαστή Μενέντεζ, που τοποθετήθηκε με έντονο τρόπο, το βαθύ κράτος, η γραφειοκρατία του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, υιοθέτησε τη γνωστή στάση των «ίσων αποστάσεων», που επί της ουσίας προσφέρει κάλυψη στις παράνομες ενέργειες της κατοχικής δύναμης.

Όλα αυτά περιγράφουν μια ιδιαίτερα δύσκολη κατάσταση πραγμάτων. Η επιθετικότητα της Άγκυρας είναι χωρίς όρια. Το ζητούμενο, λοιπόν, είναι πώς αντιδρά η Λευκωσία. Τι δυνατότητες υπάρχουν. Να θεωρήσουμε πως είμαστε μόνοι μας και πρέπει να διαμορφωθεί μια ολοκληρωμένη αποτρεπτική πολιτική. Πρέπει να τύχουν επεξεργασίας πολιτικές που προκαλούν κόστος στην κατοχική δύναμη και στο κατοχικό καθεστώς, που θα είναι μεγαλύτερο από τη συντήρηση της κατοχής και των ενεργειών που προβαίνουν σε έδαφος και θάλασσα. Παράλληλα, να οικοδομηθούν πραγματικές γέφυρες συνεργασίας με τους Τουρκοκύπριους, σε μια σωστή βάση –με όχημα την Κυπριακή Δημοκρατία– και όχι να γίνονται ανώφελες επαναπροσεγγιστικές φιέστες αναγνώρισης των «πραγματικοτήτων», που θέλει να επιβάλει η κατοχική Τουρκία. Ιδιαίτερα τώρα, που η κατοχική δύναμη τους απαγορεύει και να… σκέφτονται.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *