Το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967: Αποστολή «τελειώστε την Κύπρο»

Του Κώστα Βενιζέλου

ΓΙΑ το πραξικόπημα της χούντας της 21ης Απριλίου 1967 στην Ελλάδα υπάρχουν διάφορες θεωρίες ως προς τους λόγους διενέργειας και επιβολής του. Μια θεωρία υποστηρίζει ότι οι εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις και τα παιχνίδια εξουσίας για επικράτηση οδήγησαν τους στρατιωτικούς, τους συνταγματάρχες, στο πραξικόπημα.

Μια δεύτερη προσέγγιση αναφέρει πως η  χούντα επιβλήθηκε στην Ελλάδα όχι για να αποτρέψει «κομμουνιστικό κίνδυνο», που μετά τον εμφύλιο δεν υπήρχε ούτε ή άλλως, ούτε και για να περιορίσει την κυριαρχία της Ένωσης Κέντρου στις εκλογές που θα διεξάγονταν εκείνη τη χρονιά στην χώρα. 

Το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, είχε, κατά την προσέγγιση αυτή,  στους σχεδιασμούς του, ψηλά στην ατζέντα των πρωτεργατών του,  να «τελειώσει» και με την Κύπρο. Να τελειώσει την Κύπρο. Η Ουάσιγκτον, ως γνωστό,  είχε αναγνωρίσει τη χούντα του Παπαδόπουλου, τον οποίο οι Αμερικανοί γνώριζαν πολύ καλά. Ήταν ο σύνδεσμος της ΚΥΠ με τη CIA, πριν από το πραξικόπημα. Όπως προκύπτει από αμερικανικές πηγές και έγγραφα η  CIA γνώριζε όλες τις συνωμοτικές κινήσεις των συνταγματαρχών από τον Ιανουάριο του 1967, λίγους δηλαδή, μήνες πριν από το χουντικό πραξικόπημα ενημέρωνε από την Αθήνα την Ουάσιγκτον για το επικείμενο πραξικόπημα.

Μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου οι χουντικοί επιχείρησαν να συνδέσουν τη δικτατορία με μια εθνική επιτυχία. Επέλεξαν το Κυπριακό. Μελετώντας τους φακέλους στο Υπουργείο Εξωτερικών, ενημερώθηκαν για τον ελλαδοτουρκικό διάλογο, που πραγματοποιείτο τα προηγούμενα χρόνια. Γινόντουσαν τότε συναντήσεις Αθηνών και Άγκυρας.

Η ουσία ήταν πως οι Τούρκοι δεν συζητούσαν θέμα ένωσης. Από το 1964 δεν συζητούσαν ούτε και θέμα διχοτόμησης. Ε κείνο που επιδίωκαν και επιδιώκουν μέχρι σήμερα είναι ο πλήρης στρατηγικός έλεγχος του νησιού.

Διαβάζοντας, λοιπόν, οι χουντικοί τους φακέλους για τα ελλαδοτουρκικά και το Κυπριακό ζήτησαν από την Τουρκία να γίνει συνάντηση κορυφής. Εκ του αποτελέσματος προκύπτει ευθέως ότι δεν υπήρξε καμία διπλωματική προπαρασκευή. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στις 9 και 10 Σεπτεμβρίου 1967 στο Κεσάν της Τουρκίας (την πρώτη μέρα) και στην Αλεξανδρούπολη (την δεύτερη μέρα). Ήταν η συνάντηση που έμεινε στην ιστορία ως «η συνάντηση του Έβρου». Οι χουντικοί είχαν εξ ολοκλήρου στηριχθεί στις εκτιμήσεις του Έλληνα ΥΠΕΞ για τη συνάντηση του Παρισιού. Απεκόμισαν την εντύπωση πως οι Τούρκοι ήταν έτοιμοι να συζητήσουν το πακέτο της ένωσης με ανταλλάγματα. Στη συνάντηση αποδείχθηκε ακριβώς το αντίθετο. Δεν υπήρχε πεδίο συζήτησης. Η συνάντηση οδηγήθηκε σε αποτυχία και έμεινε γνωστή ως το φιάσκο του Έβρου. Πώς μπορεί να χαρακτηριστεί αυτό το φιάσκο; Προχειρότητα, βλακεία ή σκόπιμη κίνηση ξεκαθαρίσματος του τοπίου;

Δεν άργησαν,  πάντως, οι χουντικοί να προχωρήσουν σε ένα δεύτερο φιάσκο. Πιο μεγάλο και ζημιογόνο. Το δεύτερο φιάσκο ήταν η αποχώρηση της Μεραρχίας. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει πως ήταν μια ερασιτεχνική διαχείριση από μέρους των χουντικών. Κι όμως, η αποχώρηση της μεραρχίας, ουσιαστικά άνοιγε το δρόμο για την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο. Άφησε γυμνή την άμυνα της Κύπρου, στο έλεος των τουρκικών σχεδιασμών για κατάληψη του νησιού. Πώς ξεκίνησε;

Η στρατιωτική επιχείρηση κατάληψης των θέσεων των Τ/Κυπρίων στα χωριά Κοφίνου και Άγιος Θεόδωρος, πραγματοποιήθηκε την 15η Νοεμβρίου 1967. ( παρενθετικά να αναφέρουμε ότι είχε προηγηθεί η σύλληψη και απέλαση του Ραούφ Ντενκτάς στην Τουρκία, τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου αντίστοιχα, λίγες ημέρες πριν τα επεισόδια).

Η επιχείρηση είχε σαν στόχο την εκκαθάριση των ένοπλων ομάδων των Τ/Κυπρίων που είχαν εγκατασταθεί στα παραπάνω δύο χωριά και διάλυσης του θύλακα. Ποιοι οι λόγοι που οδήγησαν την ηγεσία της ΑΣΔΑΚ στη λήψη της απόφασης για την διενέργεια της επιχείρησης; Στο πόρισμα για το φάκελο της Κύπρου, της κυπριακής Βουλής,  σημειώνεται πως το σχέδιο   της επιχείρησης είχε υποβληθεί για έγκριση στο Γενικό Επιτελείο Στρατού (ΓΕΣ) της Ελλάδας, το οποίο αφού το διαμόρφωσε στην τελική του μορφή το επέστρεψε στην ΑΣΔΑΚ (καταθέσεις Κώστα Αχιλλείδη 24.9.2008, σελ. 39‐41, Γιώργου Αγγελίδη 11.9.2008, σελ. 18‐19).

Σύμφωνα με τις καταθέσεις παρευρισκομένων στη σύσκεψη του Προεδρικού, που πραγματοποιήθηκε πριν την επιχείρηση,  οι τελικές οδηγίες του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου προς την στρατιωτική ηγεσία ήσαν συγκεκριμένες. Η ΕΦ να περικυκλώσει την περιοχή για να μη δημιουργηθεί καντόνιο, αλλά να μην εισέλθει μέσα στην κατοικημένη περιοχή και να μην πυροβολήσει, εκτός εάν υπάρξουν πυροβολισμοί μέσα από την Κοφίνου (κατάθεση Γλ. Κληρίδη 25.4.2007, σελ. 13). Η επιχείρηση εκκαθάρισης θα πραγματοποιείτο μόνον εφόσον υπήρχε σοβαρή πρόκληση από την πλευρά των Τ/Κυπρίων (κατάθεση Τ. Παπαδόπουλου 25.6.2008,σελ. 28,29) και κατ΄ αυτή να ληφθούν μέτρα ώστε να μην είναι εμφανής η συμμετοχή της ΕΦ, και να μην χρησιμοποιηθούν ελληνικά στρατεύματα (κατάθεση Γλ. Κληρίδη).

Αμέσως μετά, η Κυβέρνηση της Χούντας έκανε αποδεκτό το τουρκικό αίτημα για ανάκληση της Μεραρχίας και, στις 29 Νοεμβρίου 1967, ανακοίνωσε την απόφασή της, χωρίς μάλιστα να προηγηθεί οποιαδήποτε μορφή διαβούλευσης με την κυπριακή Κυβέρνηση. Την απόφαση της Αθήνας είχε ανακοινώσει ο Υπουργός Εξωτερικών Παναγιώτης Πιπινέλης. Την κρίση στις σχέσεις Αθήνας – Λευκωσίας εκμεταλλεύτηκε η  Τουρκία, που προχώρησε, στις 29 Δεκεμβρίου 1967, στην εξαγγελία της απόφασης της για εγκαθίδρυση «Προσωρινής Τουρκοκυπριακής Διοίκησης» στο νησί. Η ενέργεια αυτή, που μπορεί να χαρακτηρισθεί ως η πρώτη επίσημη κίνηση της Τουρκίας για ανακήρυξη τουρκοκυπριακού κράτους στην Κύπρο, είχε ως πρώτο στόχο να θέσει κάτω από ενιαίο έλεγχό της όλους τους τουρκοκυπριακούς θύλακες στο νησί, να πετύχει, δηλαδή, γεωγραφικό διαχωρισμό, και με την πάροδο του χρόνου να προχωρήσει στην σύσταση οργάνων διοίκησης. Ήταν το πρώτο διοικητικό μέτρο για τη διχοτόμηση της Κύπρου, που λειτούργησε και ως μοχλός πίεσης προς την ελληνική πλευρά για επιστροφή στις διαπραγματεύσεις με βάση τις Συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου.

(Για την ιστορία αναφέρουμε πως η πρώτη αποστολή της Μεραρχίας έφθασε στην Κύπρο στις 7 Μαΐου και ολοκληρώθηκε στις 20 Οκτωβρίου 1964).

Οι εξελίξεις διαμόρφωσαν νέα δεδομένα στο Κυπριακό. Πρώτον, στις  12 Ιανουαρίου 1968, με διάγγελμα του προς τον κυπριακό λαό, ο Μακάριος, επίσημα πλέον, εγκαταλείπει την Ένωση ως επιλογή λύσης. Ήταν μία κίνηση αναπροσαρμογής της πολιτικής που ακολουθείτο μέχρι εκείνη τη στιγμή. Δεύτερον, ως αποτέλεσμα της νέας πολιτικής, ο Μακάριος τόνισε την ανάγκη διεξαγωγής διακοινοτικών συνομιλιών, στο πλαίσιο των καλών υπηρεσιών του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. Τρίτον, για να ενισχύσει και θωρακίσει και εσωτερικά τη στροφή αυτή ο Μακάριος, προκήρυξε πρόωρες προεδρικές εκλογές. Στις προεδρικές εκλογές που διεξήχθησαν στις 25 Φεβρουαρίου 1968, ο Μακάριος έλαβε ποσοστό 95.5%.

Στις 24 Ιουνίου 1968 ξεκίνησαν διακοινοτικές συνομιλίες και διεξήχθηκαν σε δύο περιόδους. Η πρώτη διήρκεσε από τον Ιούνιο του 1968 έως τον Σεπτέμβριο του 1971 (και πραγματοποιήθηκαν τέσσερις γύροι συνομιλιών) και η δεύτερη από τον Ιούνιο του 1972 έως τον Ιούλιο του 1974. Σε αυτές συμμετείχαν, πέρα από τους συνομιλητές των δύο κοινοτήτων στην Κύπρο, και δύο συνταγματολόγοι, ένας από την Ελλάδα και ένας από την Τουρκία (Δεκλερής και Αλτίκαστι). Επισήμως, η χούντα υποστήριζε τον δικοινοτικό διάλογο. Όμως μεταξύ Αθηνών και Λευκωσίας υπήρχε μόνιμα μία καχυποψία. Στη Λευκωσία αξιολογούσαν συνεχώς τις πληροφορίες ότι  Αθήνα και Άγκυρα επιθυμούσαν το κλείσιμο του Κυπριακού για εξυπηρέτηση δικών τους σκοπιμοτήτων. Στην Αθήνα οι χουντικοί θεωρούσαν πως ο Μακάριος, εξυπηρετώντας πολιτικές και προσωπικές σκοπιμότητες και ευνοώντας τη συνέχιση της κατάστασης που επικρατούσε στο νησί, δεν επιθυμούσε την επίλυση του κυπριακού και για αυτό το λόγο δεν είχε πρόθεση να συμμορφωθεί με τις προτροπές της για παραχωρήσεις προς τους Τουρκοκυπρίους.

Εν τω μεταξύ, το 1969 ιδρύθηκε η μυστική οργάνωση «Εθνικό Μέτωπο», η οποία δρούσε με τη στήριξη Ελλήνων αξιωματικών. Ταυτόχρονα με τις πιέσεις της προς τον Μακάριο για υποχωρήσεις στο τραπέζι των συνομιλιών, η Χούντα, μέσω των Ελλαδιτών στρατιωτικών που υπηρετούσαν στην Κύπρο και την δραστηριοποίηση της οργάνωσης του «Εθνικού Μετώπου», αποσκοπούσε, με σύνθημα την Ένωση, να προκαλέσει εσωτερική αποσταθεροποίηση, ολοκληρωτική παράλυση του κράτους και, κατ’ επέκταση, ανατροπή του Μακαρίου. Ήταν μέσα σε αυτό τα πλαίσιο που εκδηλώθηκε και η πρώτη απόπειρα δολοφονίας του Μακαρίου τον Μάρτιο του 1970, η δολοφονία του πρώην Υπουργού Εσωτερικών Πολύκαρπου Γιωρκάτζη λίγες μέρες αργότερα, και η επιστροφή το καλοκαίρι του 1971 στην Κύπρο του Γρίβα, ο οποίος και ίδρυσε την ΕΟΚΑ Β’.

Τον Ιανουάριο του 1972, η χούντα αφενός απαίτησε από τον Μακάριο να αποχωρήσει από την προεδρία της Δημοκρατίας και την ενεργό πολιτική, αφετέρου, και ενώ οι συνομιλίες συνεχίζονταν, ενέτεινε τις προσπάθειές της για αμφισβήτηση του Μακαρίου. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τον Φεβρουάριο του 1972, λήφθηκε η απόφαση από πλευράς Χούντας για ανατροπή του Μακαρίου, χρησιμοποιώντας δυνάμεις της Εθνικής Φρουράς. Πρωταγωνιστές στην εκτέλεση του πραξικοπήματος ήταν ο κουμπάρος του ηγέτη της Χούντας Δημήτρη Ιωαννίδη και τότε διοικητής της ΕΛΔΥΚ, Παύλος Παπαδάκης, καθώς επίσης και ο Ανδρέας Κονδύλης.

Η προσπάθεια περιήλθε σε γνώση του Μακαρίου και της Κυπριακής Κυβέρνησης από υποκλοπή τηλεφωνήματος μεταξύ της Ελληνικής πρεσβείας στη Λευκωσία και του Υπουργείου Εξωτερικών στην Αθήνα. Τις πρωινές ώρες της 14ης Φεβρουαρίου 1972, ο Έλληνας Πρέσβης στην Λευκωσία Παναγιωτάκος ζήτησε από την Αθήνα το πράσινο φως για την διενέργεια του πραξικοπήματος. Το αίτημα επανέλαβε αργότερα και ο διευθυντής του 2ου Επιτελικού Γραφείου του ΓΕΕΦ Παντελής Λαλαούνης προς την ελληνική ΚΥΠ στην Αθήνα.

Πιο συγκεκριμένα, από το περιεχόμενο των υποκλαπέντων τηλεφωνημάτων (από την κυπριακή ΚΥΠ), στις 14 Φεβρουαρίου 1972 μεταξύ του πρέσβη Παναγιωτάκου και των Αλεξανδρή και Ξένου στο ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, επιβεβαιώνεται ότι στις 13 Φεβρουαρίου 1972, οι ΗΠΑ έδωσαν προφορικά τη συγκατάθεσή τους για τη διενέργεια του πραξικοπήματος. Ο Αλεξανδρής ανέφερε επί λέξει: «ο κος Υπουργός είχε υπόψη του και το ότι από την πλευρά της άλλης, της υπέρ του Ατλαντικού είχε δοθεί προφορικώς χθες δια του συμβούλου, το ΟΚ». Ο Παναγιωτάκος συμπλήρωσε: «Το GREEN LIGHT επομένως». Δεν έχει επιβεβαιωθεί εάν η προφορική συγκατάθεση δόθηκε από αξιωματούχο της Κυβέρνησης των ΗΠΑ ή του Υπουργείου Εξωτερικών ή της CIA. Ο Παναγιωτάκος επιμένει για την ανάγκη να δοθεί η εντολή διενέργειας του πραξικοπήματος και απευθυνόμενος προς τον Αλεξανδρή αναφέρει: «Δεν ξέρω πάντως αν δεν γίνει σήμερα θα χάσουμε το λεωφορείο». Σε στιχομυθία του με τον Ξένο, ο Παναγιωτάκος αναφέρει: «Πες του (του Υπουργού), φοβούμαι αν δεν γίνει θα έχουμε περιπλοκές». «Εντάξει κάνετε ότι καταλαβαίνετε, αλλά γρήγορα πρέπει να γίνει ό,τι γίνει». «Εφόσον την στιγμή κατά την οποία εδόθη το GREEN LIGHT από αλλού». Σημειωτέον ότι κατά τη διάρκεια του τηλεφωνήματος του Παναγιωτάκου με τον Ξένο, στο γραφείο του στην Ελληνική πρεσβεία, παρών ήταν και ο τότε Μητροπολίτης Κιτίου Άνθιμος.

Στις 10 Φεβρουαρίου 1972, ο Γρίβας είχε μεταβεί στη Λευκωσία, όπου και είχε συνάντηση με τον Έλληνα Πρέσβη Παναγιωτάκο, με στελέχη του κλιμακίου της ελληνικής ΚΥΠ, τον Σωκράτη Ηλιάδη και άλλους παράγοντες, ενώ στη συνέχεια είχε μεταβεί στο στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ. Τελικά το πραξικόπημα ματαιώθηκε. Πιθανοί λόγοι για την ματαίωσή του να ήταν η παρέμβαση των ΗΠΑ προς το στρατιωτικό καθεστώς των Αθηνών μετά τη διαρροή του εγχειρήματος, αλλά και η μαζική κινητοποίηση του λαού, ο οποίος διανυκτέρευσε στην πλατεία της Αρχιεπισκοπής. Την επομένη (15 Φεβρουαρίου 1972) πραγματοποιήθηκε ογκώδης συγκέντρωση υποστήριξης του Μακαρίου.

Και ενώ αυτή ήταν η κατάσταση πραγμάτων στο εσωτερικό του νησιού και στις σχέσεις Αθηνών – Λευκωσίας, τον Οκτώβριο του 1973, πραγματοποιήθηκαν εκλογές στην Τουρκία, ενώ ένα μήνα αργότερα, και με αφορμή τα γεγονότα του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 1973, είχαμε την πτώση του Γεώργιου Παπαδόπουλου στην Αθήνα και την ανάδειξη του Δημήτριου Ιωαννίδη ως ισχυρότερου άνδρα της Χούντας. Μετά και τον θάνατο του Γρίβα, τον Ιανουάριο του 1974, ο Ιωαννίδης μέσω και της ΕΟΚΑ Β’ έδειξε πλέον ξεκάθαρα τις προθέσεις του για να προχωρήσει με την ανατροπή του Μακαρίου.

Εν τω μεταξύ, στο πλαίσιο του διακοινοτικού διαλόγου που συνεχιζόταν, σε ένα από τα σοβαρότερα θέματα διαφωνίας στις συζητήσεις, τους πέντε μεγαλύτερους δήμους της Κύπρου, επήλθε συμφωνία, στις 13 Ιουλίου 1974.  Δύο μέρες αργότερα, στις 15 Ιουλίου, έγινε το πραξικόπημα που αποτέλεσε και την αρχή του τέλους για την Κύπρο και το Κυπριακό. Η τουρκική εισβολή που επακολούθησε δημιούργησε πλέον νέα δεδομένα.

ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΑ ΣΕΝΑΡΙΑ

Η Ουάσιγκτον, πάντως, πολύ πριν το 1974, σε απόρρητο έγγραφο που φέρει ημερομηνία 6 Αυγούστου 1971 υπό τον τίτλο «Πολιτική των ΗΠΑ έναντι των πιθανών ενδεχομένων και των επιλογών στην Κύπρο», άφηνε ανοικτό το θέμα της ανατροπής του Μακαρίου από τη χούντα ή των εθνικιστικών κύκλων στην Κύπρο («με τη βοήθεια πιθανώς Ελλήνων αξιωματικών») για «να εισαγάγει ευελιξία στη διαπραγματευτική κατάσταση», εννοώντας σαφώς εκείνο που προειδοποιούσε ο Αρχιεπίσκοπος.

Για τον κίνδυνο, δηλαδή, επιβολής μιας λύσης στο Κυπριακό. Παράλληλα, το έγγραφο διέβλεπε το ενδεχόμενο ανάληψης από μέρους της Τουρκίας στρατιωτικής δράσης. Στο έγγραφο αυτό, που καταγράφει μια σειρά από πιθανά σενάρια για την κατάσταση στην Κύπρο και τους τρόπους εμπλοκής των Ηνωμένων Πολιτειών, τίθεται και το θέμα της διχοτόμησης. Το αδιέξοδο στις ενδοκυπριακές συνομιλίες ήταν δεδομένο καθότι, σύμφωνα με τους Αμερικανούς, «εξάντλησαν τη δυναμική τους επειδή έχουν διευθετηθεί δευτερεύοντα θέματα και μέχρι τώρα ήταν αδύνατο να βρεθεί ένας συμβιβασμός στα κεντρικά θέματα. Αυτό ισχύει κυρίως γιατί ο Μακάριος προσπαθεί να αναλώσει τους Τούρκους ώστε να αποδεχθούν φυσιολογικά το καθεστώς της μειονότητας».

Οι Αμερικανοί, επίσης, άφηναν σαφώς να εννοηθεί πως υπάρχει μια προσπάθεια συνεννόησης μεταξύ της χούντα του Παπαδόπουλου με την τουρκική κυβέρνηση υπό την πρωθυπουργία του Ερίμ. Θεωρούσαν  σημαντικό χαρτί τις συνομιλίες των Υπουργών Εξωτερικών Ελλάδας και Τουρκίας Παλαμά- Ολσέι ενώ κατηγορούσαν ευθέως τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο για αδιαλλαξία και για το γεγονός ότι «κάνει» παιχνίδια με τα ανοίγματά του προς τη Μόσχα. Παρά το γεγονός ότι σημειώνετο η ανάγκη αναζωογόνησης των ενδοκυπριακών συνομιλιών, στα διάφορα σενάρια  έθεταν την πιθανότητα να συμφωνήσουν Ελλάδα και Τουρκία από κοινού ή με παράλληλες ενέργειες σε διχοτόμηση του νησιού με την προσάρτηση του κάθε τμήματος. Αυτή η λύση, αναφέρουν τα αμερικανικά έγγραφα, αποκαλείται μερικές φορές και ως «διπλή ένωση». Καταγράφετο, επίσης,  το ενδεχόμενο να υπάρξει κίνηση γεωγραφικής αυτονομίας της τουρκοκυπριακής κοινότητας, η οποία θα υποστηρίζετο από την Τουρκία. Η νέα κατάσταση θα αντικαθιστούσε τους σκόρπιους θύλακες ανέμεναν όμως αντιδράσεις.

ΣΥΝΟΨΙΣΗ

Επιχειρώντας να συνοψίσουμε την κατάσταση, όπως είχε δημιουργηθεί μετά την ανάληψη της εξουσίας από την χούντα, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η Αθήνα είχε ως πρωταρχικό, στρατηγικό στόχο να διατηρηθεί στην εξουσία. Για να επιτευχθεί αυτός ο στρατηγικός στόχος υπήρχαν κάποιες προϋποθέσεις και θυσίες, και χωρίς αμφιβολία η Κύπρος ήταν μεταξύ των θυσιών που έπρεπε να γίνουν. Αυτό φάνηκε εξάλλου εκ του αποτελέσματος.

Με την Τουρκία οι σχέσεις της χούντας είχαν περάσει από διάφορες φάσεις. Η Άγκυρα είχε διαπιστώσει εξαρχής ότι το χουντικό καθεστώς δεν είχε την ικανότητα να αντικρούσει με επιτυχία τις επιδιώξεις της στην Λευκωσία. Ενδεικτικό αυτής της κατάστασης πραγμάτων ήταν οι εξελίξεις σε σχέση με την Κύπρο κατά την περίοδο 1967-1974:

  1. Απέσυρε τη μεραρχία από την Κύπρο, αποδυναμώνοντας ουσιαστικά την άμυνα έναντι ενδεχόμενης τουρκικής επιβουλής (εάν όντως ο αντικειμενικός σκοπός της αποστολής της στο νησί ήταν η άμυνα της Κύπρου).
  2. Επεδίωξε τη διαίρεση του λαού σε ενωτικούς και ανθενωτικούς, σε εθνικόφρονες και κομουνιστές‐ συνοδοιπόρους.
  3. Στήριξε τη δράση της παράνομης οργάνωσης «Εθνικό Μέτωπο».
  4. Οργάνωσε τη δολοφονική απόπειρα εναντίον του Μακαρίου το Μάρτιο του 1970, στο πλαίσιο πραγματοποίησης πραξικοπήματος (το σχέδιο «ΕΡΜΗΣ»).
  5. Οργάνωσε και εκτέλεσε τη δολοφονία του Γιωρκάτζη.
  6. Στήριξε την ίδρυση και τη δράση της ΕΟΚΑ Β, την οποία χρησιμοποίησε για την πρόκληση αστάθειας και αποδυνάμωσης του Μακαρίου, ώστε να δικαιολογηθεί η διενέργεια του πραξικοπήματος. Ταυτόχρονα, απέτρεψε την πολιτικοποίηση της οργάνωσης και, κατά την περίοδο πριν από το πραξικόπημα, την εξώθησε σε έξαρση της εμφύλιας διαμάχης.
  7. Καταχράστηκε τον πόθο των Κυπρίων για Ένωση, ενώ η επιλογή της ήταν η διπλή ένωση την οποία και επιμελώς απέκρυπτε.
  8. Χρηματοδότησε και καθοδήγησε μερίδα του κυπριακού Τύπου σε μία πρωτοφανή προπαγάνδα, εναντίον του Μακαρίου και υπέρ των επιλογών της.
  9. Παρακίνησε τους τρεις Μητροπολίτες να προχωρήσουν σε αντικαταστατική καθαίρεση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, προκαλώντας μείζονα εκκλησιαστική κρίση και περαιτέρω διχασμό του λαού.
  10. Είχε προβεί σε απειλητική υπόδειξη προς τον Μακάριο (Ιανουάριος 1972) να αποχωρήσει από την προεδρία της Δημοκρατίας και από την ενεργό πολιτική.
  11. Σχεδίασε την πραγματοποίηση το Φεβρουάριο του 1972 πραξικοπήματος σε βάρος του Μακαρίου, το οποίο ματαιώθηκε την τελευταία στιγμή λόγω αποκάλυψης του σχεδίου στις αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας
  12. Προχώρησε σε άτυπη συμφωνία συνεργασίας με την Τουρκία για την ανατροπή του Μακαρίου και επιβολή λύσης αρεστής στις δύο χώρες και τους συμμάχους τους.
  13. Προχώρησε σε σταδιακή αλλαγή του βασικού προσανατολισμού της Εθνικής Φρουράς και, από μηχανισμό άμυνας της Κύπρου έναντι της τουρκικής απειλής, την μετέτρεψε σε μηχανισμό εσωτερικού ελέγχου της Δημοκρατίας.

( πόρισμα Φακέλου της Κύπρου, Κυπριακή Βουλή).

Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, μπορούσε να αποτραπεί το πραξικόπημα στην Κύπρο;  Το ερώτημα αυτό συνδέεται με ένα άλλο: Μπορούσαν να αποτραπούν οι σχεδιασμοί για διχοτόμηση; Εάν ο Μακάριος δεν είχε αποστείλει την επιστολή στον Γκιζίκη, για την ανάγκη τερματισμού των παρεμβάσεων της Αθήνας στα εσωτερικά της Κύπρου, θα προχωρούσε η Χούντα σε ανατροπή του;

Οι εξελίξεις μάς οδηγούν αναμφισβήτητα στο συμπέρασμα ότι ασφαλώς και θα προχωρούσε, είτε υπήρχε η αφορμή είτε όχι, αφού θα δημιουργούσε την αφορμή. Από την πλευρά της η Τουρκία αναζητούσε την αφορμή και ανέμενε υπομονετικά για να επιβάλλει την στρατηγική της στο Κυπριακό, που από το 1956 είχε σχεδιάσει και πρωτοαναφέρει ο Νιχάτ Ερίμ. Χωρίς σε καμία περίπτωση να υποτιμούνται ή να παραβλέπονται οι τουρκικές ευθύνες, οι ευθύνες της Χούντας είναι βαρύτατες. Η Κύπρος έπρεπε να θυσιαστεί, και προς αυτήν την κατεύθυνση εργάστηκε συστηματικά μέχρι να επιτευχθεί ο στόχος αυτός. Όταν επιτεύχθηκε, εξέλειψε και ο λόγος ύπαρξης της χούντας. Τυχαίο; Είναι πιστεύω κάτι που πρέπει να προβληματίσει όλους μας.

Επειδή υπάρχει μια έντονη παραφιλολογία για τους συνεργάτες της χούντας στην Κύπροn θα πρέπει να σημειωθεί το εξής: Υπάρχει μια προσπάθεια να δοθεί άφεση αμαρτιών στους χουντικούς της Κύπρου, που δραστηριοποιούνταν μέσα από την ΕΟΚΑ Β. Πολιτικά τέκνα εκείνων είναι και η σημερινή ακροδεξιά, σε Ελλάδα και Κύπρο.

Η αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από τους θεσμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας, που έγινε με στόχο την υπονόμευσή της, την κατάργηση της, χωρίς να επιδιώκεται από ελληνικής πλευράς δημιούργησε ένα νέο δεδομένο. Ιδιαίτερα μετά και το ψήφισμα 186/1964 αποδυναμώθηκαν τα στρατηγικά σχέδια της Τουρκίας στο νησί. Για την ακρίβεια η Κυπριακή Δημοκρατία ήταν ένα δεύτερο ελληνικό κράτος, το οποίο προσπάθησαν να καταλύσουν με το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 η χούντα και η ΕΟΚΑ Β στο όνομα, μάλιστα, δήθεν της Ένωσης.

ΤΙ ΜΕΛΛΕΙ ΓΕΝΕΣΘΑΙ

Από το 1974 και εντεύθεν η ελληνική πλευρά στην Κύπρο χωρίς πυξίδα και γραμμή πλεύσης περιορίζεται να διαχειριστεί τις εξελίξεις. Αυτό είναι αποτέλεσμα της έλλειψης πολιτικής, απόρροια των φοβικών συνδρόμων που χαρακτηρίζει τις εκάστοτε ηγεσίες της Λευκωσίας.

Η πρώτη διαπίστωση είναι πως η ακολουθούμενη πολιτική όχι μόνο δεν απέδωσε αλλά αντίθετα έχει επιδεινώσει τα δεδομένα στο Κυπριακό. Παράλληλα έχει οδηγήσει βαθμηδόν σε υποχωρήσεις, καθώς θεωρήθηκε διαχρονικά πως με μια πολιτική «ενθάρρυνσης», εξευμενισμού της τουρκικής πλευράς και «δώσε-δώσε» θα σπάσει το αδιέξοδο και θα φέρει λύση.

Δεύτερη διαπίστωση είναι πως η πολιτική και η κομματική ελίτ στην Κύπρο, η οποία είχε διαχρονικά την ευθύνη της διαχείρισης του Κυπριακού, θεωρεί περίπου ως «ιεροσυλία» ακόμη και τη συζήτηση για το ενδεχόμενο να εξεταστεί εναλλακτική στρατηγική.

Τρίτη διαπίστωση είναι πως παρόλο ότι ένα σοβαρό κράτος έχει πάντα ενώπιόν του πολλά και διαφορά σχέδια δράσης, στη Λευκωσία το θέμα αυτό είναι ξένο, ταμπού. Επιμένει στις ταμπέλες και σε αποδειγμένα αδιέξοδες πορείες. Στην Κύπρο, θεωρούν πως οι επιλογές της δεκαετίας του ’70 δεν αλλάζουν και δεν επηρεάζονται από το ευρύτερο διεθνές περιβάλλον.

Τέταρτη διαπίστωση είναι πως ενώ προωθείται ένας γεωστρατηγικός σχεδιασμός με συνεργασίες στην περιοχή και τη σύναψη συμμαχιών, με έρευνες για υδρογονάνθρακες, την ίδια ώρα στο Κυπριακό υπάρχει μια «θρησκευτική προσήλωση» σε πεπατημένες αποτυχημένες μεθόδους, και θεωρείται αμαρτία ακόμη και η σκέψη να εγκαταλειφθούν αποδεδειγμένα αναποτελεσματικές πολιτικές.

Είναι προφανές πως για να μπορέσουμε να διαμορφώσουμε και εφαρμόσουμε μία μακράς πνοής στρατηγική, πρέπει να ξεπεράσουμε εαυτούς. Πρωτίστως, τη μιζέρια του μικρού και ανήμπορου. Την απελπισία του ηττημένου. Να ξεπεράσουμε το μοιρολόι των ηττημένων μυαλών, που σε κάθε κίνηση σκέφτονται την αντίδραση της Τουρκίας.

Η μορφή της λύσης που τώρα επιδιώκεται δεν θα αντέξει στο χρόνο. Η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία είναι ένα πλαίσιο το οποίο έχει χωριστικά χαρακτηριστικά και στοχεύει στην λειτουργία μιας νέας κατάστασης πραγμάτων, που θα αναδεικνύει το διαχωρισμό στη βάση της εθνικής προέλευσης. Είναι προφανές πως αυτό θα παράγει εθνικισμό και συγκρούσεις. Η ανατροπή της συζήτησης του πλαισίου αυτού, που αποτελούσε έκπαλαι επιδίωξη της Τουρκίας για έλεγχο της Κύπρου, μπορεί να γίνει όταν ως ελληνική πλευρά απαλλαχθούμε από φοβικά σύνδρομα και ταμπού ότι δεν μπορούμε να αλλάξουμε μια αδιέξοδη πορεία συζητήσεων, που κρατούν 43 χρόνια. Η ακολουθούμενη πολιτική στο Κυπριακό δεν απέδωσε. Ο καλύτερος εκφραστής της, ο σημερινός Πρόεδρος, Νίκος Αναστασιάδης, προσπάθησε αλλά απέτυχε. Αντί της λύσης, η τουρκική πλευρά αναβαθμίζει τις απαιτήσεις και επιδιώξεις της σε βάρος του ελληνισμού.

Η λύση του Κυπριακού εκκρεμεί εδώ και 43 και πλέον χρόνια  επειδή δεν λαμβάνονται υπόψη τα αυτονόητα. Αυτά που ισχύουν σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, σε όλες τις δημοκρατίες. Μια νέα στρατηγική θα αποτελεί εν πολλοίς η επιστροφή στα αυτονόητα. Αυτά που σε άλλες χώρες δεν τυγχάνουν αμφισβήτησης για την Κύπρο για να ισχύσουν χρειάζεται επανάσταση. Εάν χρειαστεί να γίνει επανάσταση να γίνει. Συνεπώς, μια νέα στρατηγική θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη, μεταξύ, άλλων, τα εξής:

  • Στρατηγικός μας στόχος είναι η Απελευθέρωση. Αυτό θα επιτευχτεί με τον τερματισμός τη κατοχή, την αποκατάστασης της ενότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Θα επιτευχθεί με την πλήρη εφαρμογή των ανθρώπινων δικαιωμάτων για όλους τους νόμιμους πολίτες της Κ.Δ.
  • Να ενισχυθεί η Κυπριακή Δημοκρατία, να αξιοποιηθούν στρατηγικά πλεονεκτήματα και να αρπάξουμε ευκαιρίες για λύση. Σωστή, λειτουργική, δημοκρατική.
  • Να εφαρμοστούν  όλες ελευθερίες που ισχύουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς παρεκκλίσεις και τους όποιους περιορισμούς.
  • Να απαλλαγεί από ξένα στρατεύματα και εγγυήσεις.
  • – Να διασφαλίζεται η ενότητα του χώρου, των θεσμών, της οικονομίας, και της κοινωνίας.
  • Να εφαρμόζονται όλες οι Συνθήκες της Ε.Ε. για να καταστεί η χώρα αποτελεσματικός εταίρος.

-Οι ρυθμίσεις να μην αντιβαίνουν σε αποφάσεις του ΕΔΑΔ. Για την ακρίβεια να εφαρμοστούν οι αποφάσεις.

Για να επιτευχθούν αυτά θα πρέπει να αξιοποιηθούν τα στρατηγικά πλεονεκτήματα που διαθέτει η Κυπριακή Δημοκρατία ( φυσικό αέριο). Να αξιοποιήσει τα πολλά και διαφορετικά συμφέροντα κρατών στην περιοχή και να αναδείξει συνεργασίες μέσα από κοινές επιδιώξεις. Να εμβαθύνει, ενισχύσει και αυξήσει τις περιφερειακές συνεργασίες.

Όλα αυτά μπορούν να αποτελέσουν το όχημα και το πλαίσιο τακτικής που θα κτίσουν μια στρατηγική που θα δημιουργήσει διεξόδους. Η μέχρι σήμερα ακολουθούμενη πολιτική κρίνεται εκ του αποτελέσματος. Και το αποτέλεσμα είναι πως δεν οδήγησε αυτή η πολιτική στη λύση αλλά στην εδραίωση των κατοχικών δεδομένων. Η εξέταση εναλλακτικών σεναρίων, εναλλακτικών στρατηγικών δεν μπορεί να είναι ταμπού για την ελληνοκυπριακή ελίτ. Υπάρχουν δυνατότητες, το θέμα είναι να υπάρξει και πολιτική βούληση.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *