Το ψευδοκράτος- 38 χρόνια μετά την παράνομη ανακήρυξή του- βασικό εργαλείο της επεκτατικής πολιτικής της Άγκυρας

Ο τότε κατοχικός ηγέτης, Ραούφ Ντενκτάς, είχε μεταφέρει τις εντολές της Άγκυρας για την ανακήρυξη του ψευδοκράτους

Του ΚΩΣΤΑ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ

Εννέα χρόνια μετά την εισβολή η κατοχική δύναμη ανακήρυξε παράνομα ψευδοκράτος, ως ένα ακόμη βήμα εδραίωσης των δεδομένων που διαμορφώθηκαν επί του εδάφους. Ήταν μια κίνηση, η οποία εντασσόταν στους τουρκικούς σχεδιασμούς και όπως επιβεβαιώθηκε και στη συνέχεια ήταν απόφαση, που παραπέμπει στη νομιμοποίηση των αποτελεσμάτων της εισβολής και της συνεχιζόμενης κατοχής. Το ψευδοκράτος δεν ανακηρύχθηκε για λόγους εντυπώσεων, ούτε ήταν κίνηση τακτικής. Ανακηρύχθηκε για να λειτουργήσει ως χωριστή οντότητα, με «θεσμούς» με τους οποίους βαθμηδόν συνεργάσθηκαν τρίτοι αλλά και η ίδια η Κυπριακή Δημοκρατία.

Τι έγινε το Νοέμβριο του 1983

Μέσα σε ένα συνωμοτικό κλίμα, με απόλυτη μυστικότητα, χωρίς να λειτουργούν οι τηλεπικοινωνίες, στις 14 Νοεμβρίου 1983, ο Ραούφ Ντενκτάς κάλεσε όλους τους «βουλευτές».

Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ο τότε πανίσχυρος κατοχικός ηγέτης ανακοίνωσε την πρόθεσή του να προχωρήσει στην ανακήρυξη ανεξάρτητου κράτους. Τούτο έγινε γύρω στα μεσάνυκτα, πριν από την ολοκλήρωση του δείπνου. Όλες οι κινήσεις πραγματοποιήθηκαν με άκρα μυστικότητα και σε κλίμα συνωμοτικό. Οι επικοινωνίες δεν λειτουργούσαν. Το οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας είχε κλείσει, το παράνομο αεροδρόμιο δεν λειτουργούσε. Όποιος δεν ακολουθούσε θα είχε επιπτώσεις. Με ό,τι αυτό θα σήμαινε. Τόσο το Ρεπουπλικανικό Τουρκικό Κόμμα όσο και το Κόμμα Κοινοτικής Απελευθέρωσης αποφάσισαν κατά πλειοψηφία να στηρίξουν την απόφαση.  Η απόφαση, λοιπόν, για την ανακήρυξη έγινε με τη σύμφωνη γνώμη όλων, παρά τις όποιες υποτονικές διαφωνίες. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο Ραούφ Ντενκτάς, στην ομιλία του στις 15 Νοεμβρίου στη συνεδρία της «νομοθετικής συνέλευσης», ανέφερε ότι «κάποιοι σήμερα ψήφισαν με το χέρι τους αλλά όχι με την καρδιά τους». Στις 15 Νοεμβρίου 1983 η ψευδοβουλή «αποφάσιζε» αυτό που είχε προαποφασισθεί από το στρατιωτικό κατεστημένο της Άγκυρας, και αποτελούσε πάγιο τουρκικό στόχο για το Κυπριακό από το 1963.

Ο «Πρόεδρος» της «Συνέλευσης», Νετζάτ Κονούκ,  είχε αναφέρει πριν από την ανακοίνωση της απόφασης: «Είμαστε αποφασισμένοι να διατηρήσουμε τη βόρεια Κύπρο ως ανεξάρτητη και αδέσμευτη περιοχή με τρόπο που να υπηρετεί την ειρήνη και ευημερία στον Κόσμο, τη Μεσόγειο και τη γύρω περιοχή. Κάτω από το φως των πραγματικοτήτων και δυσκολιών των πιο πάνω πεποιθήσεων, ως μεταφραστές της αναπότρεπτης και νόμιμης επιθυμίας και βούλησης του τουρκοκυπριακού λαού, ανακηρύσσουμε μπροστά από την ιστορία και όλη την ανθρωπότητα την ανακήρυξη της Τουρκικής Δημοκρατίας Βορείου Κύπρου ως ανεξάρτητου κράτους. Η πρόταση τίθεται σε ψηφοφορία. Παρακαλώ όπως ψηφίσετε όρθιοι αυτή την ιστορική απόφαση. Αποδοχή: Όλοι: Απορρίπτουν: Καμιά αρνητική ψήφος.  Αποχές: Δεν υπάρχουν. Η απόφαση λήφθηκε ομόφωνα. Αξιότιμοι φίλοι… Ο ενθουσιασμός μας είναι μεγάλος. Η πορεία που αρχίσαμε είναι μια ευτυχισμένη πορεία όπως αρμόζει στην ανθρωπότητα. Είναι μια πορεία η οποία περιμένει από εμάς μεγάλη αυταπάρνηση. Σε αυτή τη μεγάλη εγχείρηση εσείς είστε οι γιατροί… Εσείς είστε οι εκπρόσωποι του ηρωικού λαού που μπορείτε να τον ενώσετε σε μια τέτοια στιγμή. Σας εκφράζω τις ειλικρινείς μου ευχαριστίες. Αυτή την ιστορική μέρα θέλουμε να πιστεύουμε ότι η μητέρα πατρίδα κοιτάζοντας αυτό το τοπίο, αυτόν τον ενθουσιασμό, θα εκτιμήσει ότι αυτό το βήμα είναι αναπόφευκτο. Εξ ονόματος ολόκληρου του λαού μας προσδοκούμε από τη μητέρα πατρίδα κατανόηση, στήριξη και αναγνώριση. Ευχόμαστε με τη στήριξή της να ανοίξουν οι δρόμοι προς τη συμφιλίωση και την ειρήνη. Δίνουμε και πάλι την ειλικρινή μας υπόσχεση στον κόσμο και ιδίως στην μητέρα πατρίδα ότι σε αυτή την πορεία θα πράξουμε όλα όσα απαιτούνται. Αυτή την ευτυχισμένη μέρα συγχαίρω και πάλι ειλικρινώς όλους σας και εύχομαι να είναι καλορίζικη και ευοίωνη για τον λαό μας» (ΡΙΚ, εκπομπή «Ανοικτοί Φάκελοι», 8.11.2008).

Στη συνέχεια, το λόγο πήρε ο Ντενκτάς, ο οποίος ανέφερε ότι «για να αφήσετε ένα καλύτερο μέλλον σε αυτούς που θα έρθουν μετά από εσάς πρέπει να είστε ψυχολογικά έτοιμοι για κάθε αυτοθυσία. Πόσο ευτυχής που μπορώ να λέω ότι είμαι Τούρκος. Πόσο ευτυχής για την Τουρκική Δημοκρατία Βορείου Κύπρου…» (ΡΙΚ, εκπομπή «Ανοικτοί Φάκελοι», 8.11.2008).

Η αντίδραση Αθήνας και Λευκωσίας

Ο Πρόεδρος Κυπριανού με δήλωσή του στις 15 Νοεμβρίου 1983 ανέφερε ότι «αυτή η ενέργεια όχι μόνο περιπλέκει περαιτέρω το κυπριακό πρόβλημα, αλλά καθιστά φανερό ότι στόχος της τουρκικής πλευράς ήταν πάντοτε η δημιουργία τετελεσμένων γεγονότων και η καλλιέργεια συνθηκών με σκοπό την απόσχιση της κατεχόμενης περιοχής από την Κυπριακή Δημοκρατία». Την ίδια στιγμή τονίσθηκε ότι η λεγόμενη ανακήρυξη ανεξαρτησίας στο κατεχόμενο τμήμα το νησιού -μια ενέργεια η οποία δεν θα ήταν ποτέ εφικτή αν δεν υπήρχαν εκεί τα τουρκικά στρατεύματα – είναι ασυμβίβαστη με τη Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960, σύμφωνα με την οποία η Τουρκία, μαζί με τη Βρετανία και την Ελλάδα, είχαν αναλάβει να διαφυλάξουν την ανεξαρτησία του νησιού.  Αμέσως μετά τη γνωστοποίηση της αποσχιστική ενέργεια της Τουρκίας, ο τότε Υπουργός Εξωτερικών της Κύπρου, Γιώργος Ιακώβου, ταξίδεψε στη Νέα Υόρκη, στην έδρα του ΟΗΕ για να καταθέσει προσφυγή, ενώ ο Κυπριανού με τον πρέσβη της Ελλάδας Χρ. Ζαχαράκι μετέβησαν στην Αθήνα για διαβουλεύσεις με την ελληνική κυβέρνηση. Η Λευκωσία ζήτησε χωριστή ελληνική προσφυγή, που όμως δεν κρίθηκε αναγκαία από την Αθήνα. Σύμφωνα με τον πρέσβη Ζαχαράκι, στη σύσκεψη της 17ης Νοεμβρίου, ο Έλληνας πρωθυπουργός, Ανδρέας Παπανδρέου, «αποκάλυψε, υπό άκρα μυστικότητα, προς αποφυγή προκλήσεως πανικού, τη λήψη και ορισμένων μέτρων, όπως η ετοιμότητα 20 αεροσκαφών στα Δωδεκάνησα για αποστολή στην Κύπρο, η παρουσία δυο υποβρυχίων μεταξύ Κύπρου και Μ. Ασίας, η μερική επιστράτευση προς ενίσχυση κυρίως των τεθωρακισμένων, και ορισμένες κινήσεις στον Έβρο, «για να τις δουν οι Τούρκοι»! Όλα αυτά συνιστούν «μετρημένη αντίδραση», που, ίσως, καταστήσει σαφές, χωρίς απειλές, ότι το ψευδοκράτος πρέπει να ανακληθεί. (…) Ο Κυπριανού εξέφρασε ζωηρές ανησυχίες για το ατελέσφορο και επικίνδυνο της στρατιωτικής επιλογής. Αντιθέτως, κρίθηκε προσφορότερο να μελετηθεί το «ρισκαρισμένο», κατά τον Πρωθυπουργό, μέτρο της διακοπής των ελληνοτουρκικών σχέσεων, που θα προκαλέσει προβλήματα στο ΝΑΤΟ» (Ζαχαράκις, Άκρως Απόρρητο, ό.π., σσ. 228-229).

Στις 18 Νοεμβρίου του 1983 το Συμβούλιο Ασφαλείας υιοθέτησε το ψήφισμα 541, το οποίο προτάθηκε από τη Βρετανία και αποδοκιμάζει, μεταξύ άλλων, την ανακήρυξη, με την οποία επιχειρείται η απόσχιση τμήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, τη θεωρεί νομικά άκυρη και ζητεί την ανάκλησή της. Ταυτόχρονα, ζητεί επείγουσα και αποτελεσματική εφαρμογή των ψηφισμάτων 365 (1974) και 367 (1975) και καλεί όλα τα κράτη να μην αναγνωρίσουν οποιοδήποτε κυπριακό κράτος άλλο από την Κυπριακή Δημοκρατία. Το ψήφισμα υιοθετήθηκε με 13 ψήφους υπέρ (συμπεριλαμβανομένων των ψήφων των πέντε Μονίμων Μελών) με μία ψήφο εναντίον (Πακιστάν) και μία αποχή (Ιορδανία). Σημειώνεται ότι το πρώτο προσχέδιο που ετοιμάσθηκε από τους Βρετανούς προκάλεσε την έντονη αντίδραση του Γ. Ιακώβου. Ο Κύπριος Υπουργός Εξωτερικών έδωσε στους Βρετανούς ένα προσχέδιο που είχε ετοιμάσει ο ίδιος βρισκόμενος στο αεροπλάνο καθ’ οδόν προς τις ΗΠΑ. Η βρετανική πλευρά, αν και στην αρχή θεώρησε «πολύ προχωρημένο το κείμενο, υποστηρίζοντας ότι θα ασκούσαν βέτο οι ΗΠΑ», στη συνέχεια υπαναχώρησε. Προηγήθηκε καυγάς του Γιώργου Ιακώβου με το Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Βρετανίας. Στη Νέα Υόρκη για να ενισχύσουν τις προσπάθειες για το ψήφισμα είχαν μεταβεί και οι αρχηγοί των κομμάτων (Εζεκίας Παπαϊωάννου ΑΚΕΛ, Γλαύκος Κληρίδης ΔΗΣΥ, Βάσος Λυσσαρίδης ΕΔΕΚ και εκ μέρους του ΔΗΚΟ ο Αλέξης Γαλανός). Στη Λευκωσία υπήρξαν κινητοποιήσεις με κορυφαία στιγμή το παγκομματικό συλλαλητήριο, στις 22 Νοεμβρίου, με ομιλητή τον τότε Πρόεδρο της Βουλής, Γεώργιο Λαδά.

Το ψευδοκράτος αναγνωρίστηκε, όπως αναμενόταν, από την Τουρκία, η οποία αρχικά δήλωνε ότι δεν γνώριζε εκ των προτέρων τις αποφάσεις Ντενκτάς. Ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών, Τουρκμέν, ανέφερε πως η χώρα του αναγνώρισε το τουρκοκυπριακό «κράτος», καθώς αξιολόγησε τις δηλώσεις Ντενκτάς ότι αποσκοπεί στη λύση του Κυπριακού. Για μερικές ώρες είχε αναγνωρίσει το ψευδοκράτος και το Μπαγκλαντές. Η έντονη παρέμβαση της Λευκωσίας προς την Ουάσινγκτον, οδήγησε τους Αμερικανούς να ζητήσουν από τη χώρα αυτή να ανακαλέσει την απόφασή της, όπως και έγινε.

Είναι ξεκάθαρο πως η παράνομη ανακήρυξη του ψευδοκράτους εντάσσεται στους σχεδιασμούς της Άγκυρας και τις στρατηγικές της επιδιώξεις, που ισχύουν μέχρι σήμερα. Δηλαδή, στην κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και την ανακήρυξη χωριστού τουρκοκυπριακού «κράτους». Άλλωστε, τούτο αποτέλεσε πρωταρχική επιδίωξη της Άγκυρας από της ίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *