Το σχέδιο Ανάν και η κ. Διαμαντοπούλου: Το μέγεθος της προδοσίας του 1974, η πάροδος του χρόνου, τα πολλά «αν» και ο τουρκικός επεκτατισμός

File Photo: Εκατοντάδες πολίτες συγκεντρώθηκαν στο Προεδρικό Μέγαρο της Λευκωσίας για να εκφράσουν την στήριξή τους στον τότε Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, Τάσσο Παπαδόπουλο, λίγο μετά το διάγγελμά του προς τον Κυπριακό λαό κατά το οποίο κάλεσε τους πολίτες να απορρίψουν το φιλοτουρκικό Σχέδιο Ανάν, ψηφίζοντας `ΟΧΙ` στο δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου 2004. Φωτογραφία ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

ΤΟΥ ΠΑΝΙΚΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Κάθε φορά που η Τουρκία επιχειρεί να επισφραγίσει τα τετελεσμένα της βίας και της παρανομίας, προχωρώντας στην υλοποίηση των επεκτατικών σχεδίων της, επανεμφανίζονται σε Κύπρο και Ελλάδα οι γνωστοί ισχυρισμοί περί «χαμένων ευκαιριών». Η πιο πρόσφατη ενδεικτική περίπτωση ήταν η τοποθέτηση της Άννας Διαμαντοπούλου ότι «αν το σχέδιο Ανάν είχε γίνει αποδεκτό, η Αμμόχωστος θα είχε επιστραφεί εδώ και 17 χρόνια. Μετά το όχι, ποια ήταν η θετική κίνηση ώστε να μην περιμένουμε τον Ερντογάν να εισβάλει με χορούς και πανηγύρια; Πατριωτισμός σημαίνει να πολεμάς για το συμφέρον του λαού βλέποντας το μέλλον», όπως έγραψε στο Twitter.

  • Επειδή ο λόγος της κ. Διαμαντοπούλου έχει βαρύτητα στα πολιτικά δρώμενα της Ελλάδας (σημ.: πριν λίγο καιρό είχε προταθεί από την Αθήνα ως υποψήφια για τη θέση του Γενικού Γραμματέα του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης – ΟΟΣΑ), είναι αδιανόητο να περιέχει τόση αφέλεια που δεν ταιριάζει με τη σοβαρότητα που διέπει τη συμμετοχή της στον δημόσιο βίο. Καταρχάς, πέρα από τα πολλά «αν» σχετικά με τις προοπτικές εφαρμογής του σχεδίου Ανάν, τα όσα ισχυρίστηκε αποτελούν προσβολή στη λαϊκή ετυμηγορία και συνάμα προσφέρουν το τέλειο άλλοθι στον νεοσουλτάνο της Άγκυρας και τον κατοχικό ηγέτη για τον εποικισμό της περίκλειστης περιοχής των Βαρωσίων.

Το σχέδιο Ανάν απορρίφθηκε από τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων. Εάν υπήρχε πιθανότητα το περιεχόμενό του να ήταν διαφορετικό και αυτό δεν επιτεύχθηκε λόγω λανθασμένων πολιτικών επιλογών και ενεργειών ή εξαιτίας των ξένων παρεμβάσεων είναι ένα άλλο ζήτημα που εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο της κριτικής για την πολιτική Λευκωσίας – Αθηνών.

Όταν μια πρώην υπερυπουργός στην Ελλάδα και Επίτροπος της ΕΕ αντιμετωπίζει το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και το μείζον εθνικό θέμα με αβάσταχτη ελαφρότητα, αδικεί πρώτα απ’ όλα τον εαυτό της. Δεν πρόκειται όμως για ένα «μεμονωμένο επεισόδιο». Αντιθέτως, αναδεικνύεται ξανά το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος και αφορά στην, κατά περιόδους, στάση των εκάστοτε ελληνικών ηγεσιών στο Κυπριακό και δείχνει ότι ορισμένοι παράγοντες σε Αθήνα (αλλά και σε Λευκωσία) εξακολουθούν να βγάζουν «προσωπικά ή πολιτικά απωθημένα» εις βάρος της ιστορικής αλήθειας, συντείνοντας στη διαιώνιση του διχαστικού κλίματος και στην απενοχοποίηση της Τουρκίας.

Όσον αφορά στο σχέδιο Ανάν, έχουν γραφτεί και έχουν ειπωθεί αρκετά μέσα σ’ αυτά τα 17 χρόνια. Ακόμα και Αμερικανοί και Βρετανοί αξιωματούχοι, οι οποίοι είχαν συμβάλει στη συγγραφή του, παραδέχθηκαν εκ των υστέρων ότι ήταν άδικα ετεροβαρές υπέρ της τουρκικής πλευράς. Η πιο σημαντική παραδοχή τους όμως ήταν ότι το «νέο κράτος» δεν θα είχε τα εχέγγυα να λειτουργήσει κανονικά και δημοκρατικά. Επιπλέον, όπως αποδεικνύεται συνεχώς, το επικρατέστερο σενάριο ήταν ότι το ισλαμοφασιστικό καθεστώς του Ερντογάν δεν θα εφάρμοζε το σχέδιο Ανάν στην ολότητά του (ανεξαρτήτως της αποτίμησης των όποιων θετικών και αρνητικών διατάξεών του) και θα το χρησιμοποιούσε κατά το δοκούν, επιτυγχάνοντας τον πλήρη έλεγχο της Κύπρου.

Οι Ελληνοκύπριοι απέρριψαν το σχέδιο Ανάν με ποσοστό 76%. Επομένως, το 76% του λαού δεν περίμενε κανένα κόμμα και κανέναν ηγέτη να πολεμήσει για το συμφέρον του. Αυτό το 76% είδε το μέλλον του και αποφάσισε μέσα από τη δημοκρατικότατη διαδικασία του δημοψηφίσματος. Λειτούργησε με το ένστικτο της φυσικής και εθνικής επιβίωσης, στηριζόμενο στην ιστορική εμπειρία και προβλέποντας πολύ σοφά τις επιδιώξεις της Άγκυρας.

Με βάση το σκεπτικό της τοποθέτησης της κ. Διαμαντοπούλου, αλλά και πολλών άλλων πολιτικών σε Αθήνα και Λευκωσία, θα μπορούσε να ειπωθεί, για παράδειγμα, ότι η Ελλάδα δεν θα έφτανε ποτέ στα απάνθρωπα μνημόνια που την οδήγησαν διεφθαρμένες εξουσίες αν ο ελληνικός λαός δεν αποφάσιζε με πλειοψηφία 69% να τερματιστεί οριστικά το καθεστώς της βασιλευόμενης δημοκρατίας. Αν, λοιπόν, το δημοψήφισμα του 1974 στην Ελλάδα λειτούργησε ως επιβεβαίωση και δικαίωση του λαϊκού αισθήματος και από τότε έγινε σεβαστό από τους πάντες, τότε γιατί το ίδιο δεν ισχύει και για το δημοψήφισμα του 2004 στην Κύπρο και ακόμα υπάρχει τόσο πείσμα για να «δικαιολογείται» η εδραίωση της τουρκικής κατοχής; Δηλαδή, για την κ. Διαμαντοπούλου, ευθύνεται το 76% των Ελληνοκυπρίων επειδή καταψήφισε το σχέδιο Ανάν και γι’ αυτό η Τουρκία δεν επέστρεψε την Αμμόχωστο στους νόμιμους κατοίκους της;

Ο «ρεαλισμός της υποταγής»

Η χούντα των Αθηνών άφησε πίσω της μια από τις μεγαλύτερες προδοσίες στην ιστορία του Ελληνισμού. Με τις εγκληματικές ενέργειές της έχει εγκλωβίσει την Ελλάδα και την Κύπρο σε μια διαρκή προσπάθεια ώστε να «μετριαστούν» οι απώλειες και το κακό του 1974. Οι συμφωνίες που ακολούθησαν στηρίζονταν στη νέα πραγματικότητα συνύπαρξης των δυο κοινοτήτων στο νησί και η αιτία αυτής της καινούργιας κατάστασης πραγμάτων ήταν το διπλό έγκλημα. Όταν λέμε «δεν ξεχνώ» να μην ξεχνάμε ούτε τον Αττίλα, αλλά ούτε και τους άφρονες πραξικοπηματίες και τους συναυτουργούς τους στο νησί που άνοιξαν διάπλατα την κερκόπορτα στον Τούρκο εισβολέα.

Μετά από 47 χρόνια δεν είναι θέμα τιμωρίας, αλλά αυτογνωσίας, για να συνειδητοποιήσουμε το μέγεθος της προδοσίας και συνάμα να αναλογιστούμε πού πατάμε, τι θέλουμε και τι πραγματικά επιδιώκουμε. Η πολιτική να είναι ταυτισμένη με τον στόχο και όχι ενδεχομένως με «ύποπτα» οικονομικά συμφέροντα ή κομματικές σκοπιμότητες. Η πάροδος του χρόνου, οι μετεξελισσόμενες ανάγκες και καταστάσεις, καθώς και τα δεδομένα που αλλάζουν από εσωτερικούς και εξωτερικούς παράγοντες είναι φυσικό να δημιουργούν και διαφορετικές προσεγγίσεις για τους τρόπους και τις πολιτικές που θα πρέπει να ακολουθούν η Λευκωσία και η Αθήνα ώστε να μπορέσουν, όσο γίνεται, να διαχειριστούν αποτελεσματικότερα την τουρκική επιθετικότητα. Άλλο πράγμα όμως είναι ο «ρεαλισμός της λογικής» και άλλο ο «ρεαλισμός της υποταγής».

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *