Το τίμημα του λαϊκισμού και του πολιτικού φανατισμού

Ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ στο Όβαλ Όφις του Λευκού Οίκου, στην Ουάσιγκτον. EPA, Doug Mills / POOL

Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ Κ. ΠΕΡΣΙΑΝΗ

Η αμερικανική ιστορία αναφέρει ότι, όταν οι πατέρες του Αμερικανικού έθνους συνέτασσαν το Σύνταγμα της νεοϊδρυομένης δημοκρατικής πολιτείας των ΗΠΑ περί το τέλος του 18ου αιώνα, φρόντισαν να διασφαλίσουν ότι η νέα πολιτεία δεν θα είχε την τύχη της Αθηναϊκής δημοκρατίας που κατέρρευσε, γιατί επέτρεψε σε δημαγωγούς σαν τον Αλκιβιάδη να αναλάβουν την εξουσία. Γι’ αυτό ενέταξαν στο Σύνταγμα την πρόνοια ότι ο Πρόεδρος της χώρας δεν θα εκλέγεται απευθείας από το λαό αλλά από την πλειοψηφία του Κολλεγίου των εκλεκτόρων που θα υποδεικνύουν οι Πολιτείες γι’ αυτό τον σκοπό σε αριθμό ανάλογο με τον πληθυσμό τους.

Η πρόνοια αυτή επέτρεψε, μαζί με δυο άλλες, πρώτα, τα άρθρα του Συντάγματος που καθορίζουν τα πλαίσια μέσα στα οποία θα λαμβάνονται οι αποφάσεις του Προέδρου και, δεύτερο, το Ανώτατο Δικαστήριο, όχι μόνο τη μέχρι σήμερα επιβίωση της δημοκρατικής πολιτείας των ΗΠΑ αλλά και τη φήμη ότι με το Σύνταγμα αυτό η χώρα αποτελεί πρότυπο δημοκρατίας. Οι τρεις αυτές πρόνοιες αποτελούν τα κύρια συστατικά του μηχανισμού των checks and balances, όπως είναι γνωστά, για τα οποία οι Αμερικανοί πολίτες νιώθουν πολύ περήφανοι.

Σήμερα ωστόσο, ύστερα από τέσσερα χρόνια διακυβέρνησης από τον Πρόεδρο Τραμπ, πολλοί πολίτες διαπιστώνουν με απελπισία ότι η πεποίθηση αυτή ήταν μια μεγάλη πλάνη, αφού και τα τρία μεγάλα εμπόδια (checks) παραβίασης του δημοκρατικού πολιτεύματος κατέρρευσαν σαν χάρτινος πύργος.

Τι ήταν εκείνο που επέτρεψε στον Τραμπ όχι μόνο να αγνοήσει κατάφωρα τις διατάξεις του Συντάγματος και να κυβερνήσει σχεδόν σαν μονάρχης αλλά και να εξέλθει αλώβητος από τα checks and balances; Ολοφάνερα, το εκρηκτικά πολωμένο πολιτικό κλίμα και ο φανατισμός ενός μεγάλου μέρους των πολιτών που ο Τραμπ κατάφερε να καλλιεργήσει τα τελευταία πέντε χρόνια από τότε που υπέβαλε την υποψηφιότητά του. Ο πολιτικός φανατισμός δεν επέτρεψε στην πλειοψηφία των εκλεκτόρων να ψηφίσουν κατά συνείδηση, παρόλο που ο Τραμπ μειοψήφησε στη λαϊκή ψήφο και παρόλο που ήταν γνωστό το πλήθος των παρανομιών που είχε διαπράξει μέχρι τότε και επομένως και η ακαταλληλότητά του για το ύψιστο αξίωμα του Προέδρου. Ο πολιτικός φανατισμός δεν επέτρεψε να τιμωρηθεί ο Τραμπ  για αγνόηση των προνοιών του Συντάγματος (η Ρεπουπλικανική πλειοψηφία εμπόδισε την παραπομπή του σε δίκη) με τον ισχυρισμό ότι αυτές, όπως είναι διατυπωμένες, δεν υποχρεώνουν τον Πρόεδρο να τις εφαρμόσει, απλώς εκφράζουν την προσδοκία ότι θα το κάνει. Το ίδιο συνέβη, τέλος, και με το εμπόδιο του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Supreme Court). Ο πολιτικός φανατισμός επέτρεψε στον Τραμπ να διορίσει δυο νέους δικούς του δικαστές, τη μια κατά τρόπο σκανδαλώδη μια βδομάδα μόνο πριν από τις προεδρικές εκλογές, και να πολιτικοποιήσει έτσι πλήρως το Δικαστήριο.

Τόσος ήταν ο φανατισμός και η μισαλλοδοξία τα τέσσερα αυτά χρόνια που ακόμα και συντηρητικοί και μετριοπαθείς πολιτικοί του κυβερνώντος κόμματος φοβούνταν να εκφράσουν τη διαφωνία τους προς αλλοπρόσαλλες και παράλογες ενέργειες του Προέδρου,  γιατί υπήρχε κίνδυνος όχι μόνο να καταστραφεί η πολιτική τους σταδιοδρομία αλλά και να γίνουν αντικείμενο χλεύης και διασυρμού από το απύλωτο στόμα του Προέδρου. Ήταν αρκετό ένα tweet του Προέδρου να τους καταστήσει από τη μια στιγμή στην άλλη αποδιοπομπαίους. Χαρακτηριστικό της μεγάλης επιρροής του και του φόβου που ενέπνεε στα μέλη της κυβερνητικής μηχανής είναι και το ότι, ακόμα και σήμερα, 34 μέρες μετά τις εκλογές, οι υπεύθυνοι θεσμοί δεν ανακοίνωσαν ακόμα τα τελικά αποτελέσματα. Όπως αναφέρουν τα αμερικανικά ΜΜΕ, αυτή την ώρα ασχολείται με την εκδικητική τιμωρία όλων όσων πιστεύει ότι δεν υποστήριξαν τον ισχυρισμό του ότι ο λόγος που έχασε τις εκλογές ήταν η εκλογική νοθεία.

Ποιο είναι το κύριο συμπέρασμα από τις διαπιστώσεις αυτές; Ότι οι θεσμοί δεν λειτουργούν στο κενό, δεν είναι μηχανές που θα λειτουργήσουν οπωσδήποτε με τον ίδιο τρόπο, φτάνει να έχουν πετρέλαιο ή ηλεκτρισμό. Επηρεάζονται από το πολιτικό και κοινωνικό κλίμα, γιατί μέσα σ’ αυτό ζουν και αναπνέουν οι άνθρωποι που τους εφαρμόζουν και μέσα σ’ αυτό κάνουν την ερμηνεία των άρθρων του Συντάγματος οι Ανώτατοι δικαστές. Το γενικό αυτό κλίμα είναι εκείνο που διαμορφώνει σε κάθε εποχή και σε κάθε χώρα αυτό που ο Γάλλος φιλόσοφος Michel Foucault ονόμασε το 1975 καθεστώς της αλήθειας, τη διατύπωση δηλαδή για κάθε θέμα που η μάζα των πολιτών δέχεται όχι απλώς ως αλήθεια αλλά και ως απόλυτη αλήθεια. Αυτή η αλήθεια αποτελεί βασικό συστατικό του κλίματος μέσα στο οποίο  εκδίδονται οι αποφάσεις των δικαστηρίων σε κάθε χώρα.

Νομίζω πως είναι καιρός οι Κύπριοι πολίτες να συνειδητοποιήσουν τον ολισθηρό κατήφορο στον οποίο οδηγείται η χώρα από τη συνεχή διόγκωση του πολιτικού φανατισμού και τη σταθερά επιδεινούμενη εκτράχυνση της πολιτικής  κατάστασης. Οι συνέπειες του διογκούμενου πολιτικού φανατισμού αρχίζουν να φαίνονται και με γυμνό οφθαλμό. Αρκεί να  δει κανείς το θλιβερό κατάντημα της Βουλής των Αντιπροσώπων που παραμένει κολοβή (με 55 αντί 56 μέλη) γιατί, ύστερα από μια ολόκληρη πενταετία, τα μέλη της δεν μπόρεσαν να συμφωνήσουν πώς να λύσουν το πρόβλημα της συμπλήρωσης της κενής έδρας στην επαρχία Λεμεσού με τρόπο συνταγματικό.

Η ανεύθυνη εκτόξευση κατηγοριών εναντίον των πολιτικών αντιπάλων και η χρήση θεσμικών εκβιασμών αρχίζει να θυμίζει τη φοβερή δεκαετία του 1960. Όπως εξελίσσονται τα πράγματα, οδηγούμαστε σε μια κατάσταση που όχι μόνο το Ανώτατο Δικαστήριο θα πρέπει να είναι σε διαρκή σύνοδο για να εκδικάζει απανωτές προσφυγές, αλλά και οι αποφάσεις του θα πείθουν διαρκώς και λιγότερους. Αυτό θα σημάνει ασφαλώς το τέλος της δημοκρατίας στην Κύπρο και ίσως και της ίδιας της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *