Το τρίγωνο Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ και το παίγνιο ισχύος στην Αν. Μεσόγειο

ΣΚΙΤΣΟ ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΓΚΟΥΜΑΣ

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ

Η αποτυχία της “Αραβικής Άνοιξης” και συνακόλουθα του Δυτικού στρατοπέδου στη Συρία βάθυνε τις αναταράξεις στην Ανατολική Μεσόγειο και οδήγησε σε αναθεώρηση των στρατηγικών σχεδιασμών. Σε αυτό το πλαίσιο δοκιμάστηκαν και δοκιμάζονται πλήθος εναλλακτικών πολιτικών με στόχο την δημιουργία υποκατάστατων ικανών να απαντήσουν στο στρατηγικό πρόβλημα. Στο επίπεδο της διπλωματίας η κινητοποίηση πρόσθετων δυνάμεων και η συγκρότηση συμμαχιών υπήρξε το πρώτο ζητούμενο.

Η κινητοποίηση νέων δυνάμεων που θα μπορούσαν να καλύψουν το κενό αφορούσε –και αφορά– τον εκτός τον ΗΠΑ Δυτικό Κόσμο. Ο στόχος ήταν η κινητοποίηση των μηχανισμών του ΝΑΤΟ και της ΕΕ στην αμφισβητούμενη ζώνη, σε τρόπο ώστε να συγκροτηθεί μια στρατιωτική δύναμη ικανή να προβάλει με αξιοπιστία τις δυτικές πολιτικές στην περιοχή.

Παρά τις εξασκούμενες από την πλευρά των ΗΠΑ πιέσεις τα αποτελέσματα σε αυτό το πεδίο δεν φάνηκαν πειστικά. Ούτε το ΝΑΤΟ, ούτε η ΕΕ κατάφεραν να συγκροτήσουν μια όποια σταθερή δύναμη ικανή να εντυπωσιάσει εχθρούς και φίλους στην Ανατολική Μεσόγειο. Στις πολυάριθμες και επίμονα επαναλαμβανόμενες ασκήσεις του ΝΑΤΟ στην περιοχή μετέχει συνήθως μονοψήφιος αριθμός πλοίων ή αεροπορικών μέσων, τα περισσότερα από τα οποία προέρχονται, μάλιστα, από τους “πρόθυμους”  της περιοχής.

Η δημοσιοποίηση στατιστικών πριν από λίγο καιρό, σύμφωνα με τις οποίες το 24%(!) των δραστηριοτήτων του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού αφορά “συμμαχικές υποχρεώσεις” εξηγεί το τι εννοούμε. Από την άλλη πλευρά, ίσως, να έχει σημασία το γεγονός ότι στις δραστηριότητες αυτές είναι σαφώς πιο έντονη η παρουσία καναδικών πολεμικών πλοίων απ’ ότι, λόγου χάρη, γερμανικών ή βρετανικών. Ακόμα και οι χώρες που θέλουν, η Γαλλία για παράδειγμα, δύσκολα μπορούν να πείσουν ότι μπορούν.

Μια άλλη παράμετρος των ενεργειών στο διπλωματικό πεδίο είναι η δημιουργία συμμαχικών σχημάτων με σαφή στρατιωτικό προσανατολισμό από τα ενδιαφερόμενα κράτη της περιοχής. Τα κράτη αυτά είναι για την ακρίβεια τρία (Ισραήλ, Κύπρος και Ελλάδα), ενώ το τέταρτο και σημαντικό, η Αίγυπτος, είναι μόνιμα προσανατολισμένη στην αντιμετώπιση εσωτερικών απειλών και πολύ δύσκολα θα μπορούσε να μετάσχει σε μόνιμα σχήματα με αξιόπιστο τρόπο.

Ετούτο το συμμαχικό σχήμα, που διαμορφώθηκε κάτω από την ισχυρή παρότρυνση των ΗΠΑ στον καιρό των κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, προσπαθεί απεγνωσμένα να συνδυάσει ανόμοια προβλήματα, μεγέθη και καταστάσεις σε ένα κοινό σκοπό. Το ανόμοια το υπαγορεύει πρώτα απ’ όλα η γεωγραφία. Αν και ο κοινός παρονομαστής και των τριών αυτών κρατών είναι η ανάγκη διαφύλαξης της ζωτικής γι’ αυτές “γαλάζιας ενδοχώρας” τους, η τελευταία δεν είναι ακριβώς η ίδια: το Αιγαίο (αρχιπέλαγος – κλειστή θάλασσα) δεν είναι όπως η Ανατολική Μεσόγειος (σχετικά ανοικτή θάλασσα), από όποια πλευρά και να το δει κανείς.

Νεοπαγείς “σύμμαχοι”

Επιπλέον, οι νεοπαγείς “σύμμαχοι”, “εταίροι” είναι ανισοβαρείς και δέσμιοι των επιμέρους προβλημάτων τους. Το Ισραήλ είναι “φρούριο” και όπως σε κάθε φρούριο συμβαίνει ασχολείται κυρίως με την προάσπιση των τειχών του (στην κυριολεξία ενίοτε). Η Κύπρος είναι κατά το ένα τρίτο κατεχόμενη και κοιτάει πάντοτε με ανησυχία την “πράσινη γραμμή”. Η δε Ελλάδα, μέσα σε δίνη προβλημάτων, έχει ολοένα και πιο αμφίβολες δυνατότητες.

Είναι χαρακτηριστικό ότι από τις τρεις αυτές χώρες μόνο η Ελλάδα διαθέτει κάτι που θα μπορούσε να εκληφθεί ως στόλος ανοικτής θαλάσσης. Πρόκειται για 13 φρεγάτες μάλλον απαρχαιωμένες για τα σημερινά δεδομένα (οι “S” έχουν ηλικία 40 περίπου ετών και οι ΜΕΚΟ είναι 20-30 ετών), οι οποίες στερούνται πρακτικά αντιαεροπορικών δυνατοτήτων (το κύριο αντιαεροπορικό τους σύστημα ESSM έχει βεληνεκές 20 χλμ, λίγο περισσότερο απ’ ό,τι το βεληνεκές του κύριου πυροβόλου τους). Υπάρχουν φυσικά και τα υποβρύχια όπου, όπως όλοι γνωρίζουν, είναι όπλο “απαγόρευσης” και όχι όπλο “κυριαρχίας”.

Με άλλα λόγια κτίζεται μια συμμαχία με στρατιωτικά κυρίως χαρακτηριστικά, η οποία, όμως, δεν μπορεί να απαντήσει στο κρίσιμο στρατηγικό πρόβλημα για το οποίο συγκροτείται: την εξασφάλιση της ζωτικής για τις συμβαλλόμενες χώρες “γαλάζιας ενδοχώρας”. Οι κοινές ασκήσεις και οι πολυποίκιλες επαφές μεταξύ κυβερνήσεων και αξιωματούχων των χωρών αυτών –με την σταθερή και επίμονη συμμετοχή πλέον Αμερικανών ομολόγων τους– αποτυπώνουν προθέσεις μάλλον παρά απαντήσεις.

Οι ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο

Στο στρατιωτικό πεδίο οι κοινές ασκήσεις έχουν πολύ συχνά ως παρονομαστή τις επιχειρήσεις ειδικών δυνάμεων. Είναι μια όψη της αμηχανίας αυτό: όπως όλοι γνωρίζουν οι ειδικές δυνάμεις, από τον καιρό των voltigeurs του Ναπολέοντα ως σήμερα, μπορούν να φθείρουν τον αντίπαλο, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να κερδίσουν έναν πόλεμο.

Οι ΗΠΑ, ως εξωτερικός ενδιαφερόμενος για την ανάσχεση των περιφερειακών δυνάμεων που δραστηριοποιούνται στην κρίσιμη ζώνη της Ανατολικής Μεσογείου, μοιράζονται με τις ενδιαφερόμενες χώρες τόσο την ανησυχία όσο και την αμηχανία. Η τοποθέτηση στην Ελλάδα ως Πρέσβη του κ. Πάϊατ, ειδικευμένου σε “λεπτές”, δύσκολες αποστολές, υποδηλώνει αυτήν την παράμετρο.

Η πολιτική τους είναι υποχρεωτικά πολυδιάστατη. Από τη μία έχουν επιδοθεί σε μία ξέφρενη δραστηριότητα για την εξασφάλιση προσβάσεων. Μάλλον πρόκειται για το “σύνδρομο της Σιγκαπούρης” σε μεσογειακή έκδοση. Στη δεκαετία του 1930, οι Βρετανοί αντιλαμβανόμενοι ότι δεν έχουν την οικονομική και στρατιωτική ισχύ για να αναχαιτίσουν την ιαπωνική απειλή και πιεζόμενοι για την παροχή εγγυήσεων στις κτήσεις τους (Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία), κατασκεύασαν την μεγάλη ναυτική βάση της Σιγκαπούρης. Σκοπός τους ήταν να τρομάζουν τους μεν και να καθησυχάζουν τους δε. Στα 1942 διαπιστώθηκε ότι μία βάση χωρίς “περιεχόμενο” ελάχιστα πράγματα μπορεί να προσφέρει.

Στην εδώ περίπτωση, οι Αμερικανοί πολλαπλασίασαν τα τελευταία χρόνια την παρουσία τους σε στρατιωτικές “διευκολύνσεις” και στρατιωτικές βάσεις στην Ελλάδα. Η Σούδα έγινε “κράτος εν κράτει”, σχεδόν όσο και οι βρετανικές “κυρίαρχες” βάσεις στην Κύπρο. Το πρόβλημα είναι ότι το “περιεχόμενο” λείπει. Μερικά αεροπλάνα TF 67.3 και 67.8 (Task Group θαλάσσιας αναγνώρισης και ηλεκτρονικού πολέμου) διακοσμούν ενίοτε την αεροπορική βάση, ενώ στη ναυτική αντίστοιχη, στο Μαράθι, δεν παρατηρείται συνωστισμός πλοίων. Συνήθως η τρομερή και φοβερή “προβλήτα των αεροπλανοφόρων” είναι άδεια.

Πολιτική σημασία άσκησης

Πριν από μερικές ημέρες το τουρκικό πολεμικό ναυτικό πραγματοποίησε μια εντυπωσιακή ναυτική άσκηση σε όλο το μήκος και το πλάτος του Αιγαίου. Ανακοινώθηκε ότι πήραν μέρος σε αυτή περισσότερα από εκατό πολεμικά πλοία, αν και ελληνικής προέλευσης πληροφορίες κάνουν λόγο για αρκετά μικρότερο αριθμό. Τα ελληνικά και κυπριακά μέσα ενημέρωσης, αυστηρά προσηλωμένα στην πολιτική του κατευνασμού, έσπευσαν να δηλώσουν ότι δεν έγινε και τίποτα, μια «αβλαβής διέλευση» ήταν – μάλλον γιατί «δεν τόλμησαν οι Τούρκοι» όπως πολλά από αυτά ανέφεραν. Η πολιτική σημασία της άσκησης δεν απασχόλησε κανέναν.

Βγάζοντας ένα πολύ μεγάλο αριθμό πολεμικών πλοίων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο η Τουρκία έστειλε ένα σαφές και σκληρό πολιτικό μήνυμα. Η “γαλάζια ενδοχώρα” των άλλων δεν είναι παρά η “γαλάζια πατρίδα” των ιθυνόντων της Άγκυρας. Στην ουσία αυτή η επίδειξη κατέδειξε με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο την αποτυχία των σχεδιασμών της Αθήνας βασικά –αλλά και της Ουάσιγκτον και φυσικά της Λευκωσίας– στην κάλυψη του ζωτικού γι’ αυτές ζητήματος της “γαλάζιας ενδοχώρας”. Αποτύπωσε τους νέους συσχετισμούς στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο και κατέγραψε τις δικές της δυνατότητες –τις δυνατότητες μιας περιφερειακής δύναμης– στο πεδίο αυτό.

Στην δική μας πρωτεύουσα η αμηχανία έρχεται ολοένα και πιο κοντά στην ενδοτικότητα. Η πιθανότητα του λάθους στις πολιτικές, στρατηγικές, στρατιωτικές, διπλωματικές επιλογές της πολιτικής μας ηγεσίας δεν εξετάζεται ούτε στο ελάχιστο, ούτε ως ενδεχόμενο. Εναλλακτικά σχέδια δεν φαίνεται να υπάρχουν. Δεν πρόκειται για βλακεία, ούτε για αφέλεια.

Τα συμφέροντα –οικονομικά, πολιτικά, ταξικά αν θέλετε– που υπηρετεί το πολιτικό προσωπικό της χώρας το εγκλωβίζουν σε αδιέξοδες πολιτικές. Δεν συμβαίνει μόνο στα εθνικά θέματα, συμβαίνει και σε οποιοδήποτε άλλο πεδίο της πολιτικής. Μόνο που στα εθνικά θέματα ετούτες οι παγιδεύσεις πληρώνονται πιο άμεσα. Και οπωσδήποτε πολύ πιο θεαματικά.

  • Ο Γιώργος Μαργαρίτης διδάσκει από το 1985 σύγχρονη ιστορία. Αρχικά στο Πανεπιστήμιο Κρήτης (1985-2004) και μετέπειτα στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης όπου, από το 2004, υπηρετεί ως Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών.

ΠΗΓΗ: slpress.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *