Τουρκία και Ελλάδα στον διεθνή καταμερισμό ισχύος

File Photo: A Greek national flag flutters during a mission of military medical staff organised by the Hellenic Navy, on the Greek island of Anafi in the Aegean Sea. EPA, YANNIS KOLESIDIS

Του ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Λ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΠΟΥΛΟΥ

Η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού με τη συνακόλουθη διαταραχή του επικρατούντος διπολικού ψυχροπολεμικού συστήματος, αναγκαίου, όπως αποδείχθηκε, στην ισορροπία και τον καταμερισμό της ισχύος παγκοσμίως, οδήγησε σε ανάδειξη νέων περιφερειακών δυνάμεων, όπως η Ινδία, η Κίνα, ενώ η μεγαλύτερη ένωση κρατών, αυτή της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν κατόρθωσε να απαλλαγεί από την αμερικανονατοϊκή κηδεμονία, λόγω της μη ανάπτυξης ενιαίας και ισχυρής αμυντικής πολιτικής, η οποία θα την αποδέσμευε από τις ιδεολογικές της αγκυλώσεις. Η απόσυρση των Aμερικανών με την Κυβέρνηση Τραμπ από τα παγκόσμια προβλήματα και ιδίως από τα προβλήματα της Mεσογείου, προσέφερε χρυσή ευκαιρία στη νεοοθωμανική Τουρκία του Ερντογάν να εκδιπλώσει τις λανθάνουσες επεκτατικές της επιδιώξεις, εκμεταλλευόμενη με το γνωστό ανατολικό τρόπο τις αντιθέσεις Ανατολής-Δύσης και την ανυπαρξία κυρίαρχης δύναμης στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Τουρκία θεώρησε απαραίτητη προϋπόθεση, για την κυριαρχία της στον χώρο, τη συγκρότηση ενός ισχυρού στρατού -που είναι ο ανώτερος στο ΝΑΤΟ και που κατά τις ρωσικές εκτιμήσεις είναι πράγματι πολύ ανώτερος του ελληνικού- και τη δημιουργία μιας ισχυρής βιομηχανίας, η οποία είναι και πρωτοπόρα σε ορισμένα αμυντικά συστήματα, όπως τα drones, ένα νέο όπλο, το οποίο τώρα προσπαθούν να αντιμετωπίσουν οι δυτικοί. Είναι γνωστό ότι στα drones οφείλεται η νίκη των Αζέρων στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Η Τουρκία ετοιμάζει τώρα και ένα αεριωθούμενο UAV, το οποίο θα αποτελέσει θανάσιμο κίνδυνο για τα αεροπλάνα μας στο Αιγαίο, καθώς και ναυτικά drones, με τα οποία θα επιδιώξουν να αντιμετωπίσουν το ένδοξο πολεμικό μας ναυτικό.

Η Τουρκία γνωρίζει επίσης να εξασφαλίζει την υποστήριξη ισχυρών δυνάμεων με τις συμπαραγωγές οπλικών συστημάτων -που στην ουσία δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια καμουφλαρισμένη τακτική του «μπαξίς»-, τα οποία τελικά μετουσιώνει σε παραγωγές εθνικών οπλικών συστημάτων. Το γεγονός, μάλιστα, ότι ο ΟΗΕ αρκείται μόνο σε φραστικές καταδίκες και δεν επιβάλλει τον σεβασμό στις αποφάσεις του και στο διεθνές δίκαιο δραστικά και αποτελεσματικά, αποθρασύνει την Τουρκία στις διεκδικήσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο. Περισσότερο, όμως, την αποθρασύνει η επίγνωση της αδυναμίας Ελλάδος και Κύπρου να επιβάλλουν οι ίδιες στην Τουρκία τον σεβασμό στα δικαιώματά τους σε κάθε περίπτωση ωμής παραβίασής τους. Αν η Τουρκία εγνώριζε ότι η περίπτωση των Βαρωσίων θα αντιμετωπιζόταν από την ενωμένη Ελλάδα και Κύπρο ως casus belli και προβαλλόταν από εμάς, ακόμα και ως μπλόφα, η θρασύδειλη Τουρκία θα υποχωρούσε. Αν εγνώριζε ότι η εγκατάσταση drones στο αεροδρόμιο του Λευκόνοικου θα το εξέθετε σε κίνδυνο βομβαρδισμού από πολλαπλούς εκτοξευτές ρουκετών για την πλήρη εξαφάνισή του, αν εγνώριζε ότι κάθε αεροπορική επιδρομή θα αντιμετωπιζόταν αποτελεσματικά από πολλαπλές συστοιχίες αντιαεροπορικών πυραύλων, αν εγνώριζε ότι κάθε αποβατικό πλοίο θα βυθιζόταν από πολλαπλούς αντιπλοϊκούς πυραύλους, αν εγνώριζε ότι η Κύπρος διέθετε αεροπορία με μία μοίρα έστω Rafale -την οποία βέβαια πρέπει κατεπειγόντως να αποκτήσει η Κύπρος-, αν εγνώριζε ότι ο ελληνικός και ο κυπριακός στρατός είναι ένας πανίσχυρος σε μέσα και σε όπλα -γιατί σε προσωπικό είναι-, η πορεία του Κυπριακού θα ήταν διαφορετική και η λύση θα είχε επέλθει, πολύ πριν από τα 47 χρόνια κατοχής. Η δεδομένη επιτυχία της Τουρκίας οφείλεται σε μια συγκροτημένη εθνική στρατηγική με σαφείς στόχους και μέσα, ανεξαρτήτως των οικονομικών επιπτώσεων στα λαϊκά στρώματα. Καθεστώτα τέτοιου είδους που προτάσσουν την ασφάλειά τους και την προβολή τους, οικοδομούν εικόνα αποδεκτή παγκοσμίως και εντάσσονται, λόγω της οικονομικής τους ανάπτυξης και των προϊόντων που εξάγουν, παρά την οικονομική τους δυσπραγία, στις ομάδες των προηγμένων βιομηχανικά και οικονομικά κρατών. Η Τουρκία π.χ. έχει ενταχθεί στους G 20, περισσότερο λόγω της βιομηχανικής της ανάπτυξης και λιγότερο λόγω των οικονομικών και κοινωνικών επιτευγμάτων της.

Αναπόδραστα η Τουρκία έχει μια προβεβλημένη θέση στον διεθνή καταμερισμό ισχύος, θεωρούμενη από όλους περιφερειακή υπερδύναμη και επομένως επιβάλλει τις θελήσεις της, αδιαφορώντας για το διεθνές δίκαιο. Γνωρίζει άλλωστε ότι οι ενδιαφερόμενοι, π.χ. Ελλάδα, Κύπρος, δεν διαθέτουν τα απαραίτητα μέσα για να την αντιμετωπίσουν.

Αντίθετα, η Ελλάδα, μη έχοντας συγκροτημένη εθνική στρατηγική είναι φυσικό να υστερεί σε ισχύ και υπόληψη, θεωρούμενη ως περιθωριακή χώρα του διεθνούς συστήματος ισχύος, εξαρτώμενη από την εύνοια των ισχυρών, με την αυταπάτη ότι η πολυσχιδής διπλωματική δραστηριότητα μπορεί να της εξασφαλίσει τα δίκαιά της. Η απουσία αυτής της εθνικής στρατηγικής έχει τραγικό αντίκρισμα στην αμυντική βιομηχανία, η οποία, ενώ έχει αξιόλογες βιομηχανικές μονάδες αμυντικού υλικού, στερείται μιας γενικής κατευθυντήριας γραμμής, η οποία να υπηρετεί τους στόχους που αυτή οφείλει να υπηρετεί, κατά κλάδο ενόπλων δυνάμεων. Η μη ισόρροπη, επίσης, εξοπλιστική προσπάθεια και στους τρεις κλάδους, έχει ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωση του στρατού ξηράς, που αποτελεί και τον κύριο κορμό των ενόπλων δυνάμεων. Η ίδρυση επίσης ενός ταμείου εθνικής άμυνας με κύριο στόχο τον καθορισμό και την οικονομική υποστήριξη των αμυντικών προτεραιοτήτων, πράγμα που πρώτος έκανε ο Θεμιστοκλής, κατασκευάζοντας ισχυρό στόλο, για να αντιμετωπίσει τους Πέρσες, είναι μια άγνωστη και αναξιοποίητη, δυστυχώς, πτυχή.  Απαιτείται ένας σοβαρός πατριωτικός αναστοχασμός και ένας σοβαρός επαναπροσδιορισμός της εθνικής στοχοθεσίας, με την ευκαιρία των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση.

*Καθηγητής Πανεπιστημίου, Πρόεδρος του Φ. Σ. ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *