Τρεις βασικές θεμελιακές αρχές για μια Αρχιτεκτονική Ασφάλειας για την Κύπρο

FILE PHOTO. Στιγμιότυπο από τη σημερινή συνάντηση στο Κραν Μοντανά. ΚΥΠΕ/ Κάτια Χριστοδούλου

Του Γιώργου Κέντα
Το κεφάλαιο της ασφάλειας δεν μπορεί να επιλυθεί μέσω πολωτικών θέσεων που αφορούν τις ιστορικές εγγυήσεις και την παρουσία στρατευμάτων στην Κύπρο. Αντί της προσέγγισης αυτής, μια νέα Αρχιτεκτονική Ασφάλειας θα πρέπει να βασιστεί πάνω σε θεμελιώδεις αρχές και σε θερμούς που θα μπορούν να αντιμετωπίζουν τις εσωτερικές και τις εξωτερικές προκλήσεις ασφάλειας. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα του ερευνητικού προγράμματος με τίτλο «Πρωτοβουλία Διαλόγου για την Ασφάλεια», του Κέντρου για Βιώσιμη Ειρήνη και Δημοκρατική Ανάπτυξη, το οποίο είναι σε εξέλιξη εδώ και οκτώ μήνες. Στο πλαίσιο του προγράμματος αυτού έχει διεξαχθεί μια πολυεπίπεδη και συστηματική έρευνα η οποία συμπεριέλαβε τις απόψεις ομάδων εστίασης και στις δύο κοινότητες, απόψεις και θέσεις ειδικών σε θέματα ασφάλειας, τις θέσεις των εμπλεκόμενων μερών στη διαπραγμάτευση του Κυπριακού, καθώς επίσης βασίστηκε σε έρευνα δείγματος 3000 ατόμων σε όλη την Κύπρο.

Το αποτέλεσμα της έρευνας αυτής είναι μια ολοκληρωμένη πρόταση για μια νέα Αρχιτεκτονική Ασφάλειας για την Κύπρο. Η αρχιτεκτονική αυτή θεμελιώνεται πάνω σε τρεις αρχές. Πρώτο, μια Αρχιτεκτονική Ασφάλειας θα πρέπει να ανταποκρίνεται σε πραγματικές ή αντιληπτές απειλές. Συμφωνά με την πρώτη θεμελιώδη αρχή, η Κύπρος θα πρέπει να οικοδομήσει τους δικούς της θεσμούς για να μπορέσει να ανταποκριθεί σε όλες τις πιθανές ή αναδυόμενες απειλές. 

Η δεύτερη θεμελιώδης αρχή υποστηρίζει ότι μια Αρχιτεκτονική Ασφάλειας θα πρέπει να προσφέρει τόσο προληπτικές όσο και αντιδραστικές θεραπείες έναντι απειλών ασφάλειας. Οι συζητήσεις που γίνονται παραδοσιακά στο Κυπριακό αφορούν σε έσχατες επιλογές, ανάγκη ύπαρξης αποτρεπτικών εγγυήσεων ή παρουσίας ξένων στρατευμάτων. Οι συζητήσεις αυτές αγνοούν τις πιθανότερες πηγές πρόκλησης αστάθειας ή απειλών ασφαλείας, οι οποίες και θα πρέπει να προληφθούν. Στο πλαίσιο της αρχής αυτής, μια Αρχιτεκτονική Ασφάλειας θα πρέπει να προσφέρει θεραπείες έγκαιρης πρόληψης, ύστερης πρόληψης, έγκαιρης αντίδρασης και ύστερης αντίδρασης. Με τον τρόπο αυτό, μπορεί να υπάρξει μια ολοκληρωμένη Αρχιτεκτονική Ασφάλειας.

Η τρίτη θεμελιώδης αρχή αφορά το όραμα και τον τελικό στόχο μιας Αρχιτεκτονική Ασφάλειας. Το όραμα και ο τελικός στόχος θα πρέπει να είναι η ενδογενής ανθεκτικότητα της Κύπρου. Ως ένα ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος, η Κύπρος θα πρέπει να επιδεικνύει ανθεκτικότητα έναντι εσωτερικών και εξωτερικών πιέσεων, προκλήσεων ή/και απειλών ασφάλειας. Παρακολουθώντας τις συζητήσεις για την ασφάλεια στο επίπεδο των διαπραγματεύσεων, αυτές δεν φαίνεται να βασίζονται σε κάποιο συγκεκριμένο όραμα για μια Αρχιτεκτονική Ασφάλειας, αλλά σε μεμονωμένες ανησυχίες ή και σενάρια για έσχατες καταστάσεις.

Στη βάση αυτών των τριών θεμελιωδών αρχών, έχει οικοδομηθεί μια τελική πρόταση για μια νέα Αρχιτεκτονική Ασφάλειας για την Κύπρο. Η πρόταση αυτή παραδόθηκε σε όλα τα μέρη της Διάσκεψης για την Κύπρο που διεξάγεται στην Ελβετία, καθώς έχει ήδη σταλεί στην πολιτική ηγεσία, στα μέλη της Διαπραγματευτικής Ομάδας και διαδοθεί σε μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας.

Η Αρχιτεκτονική Ασφάλειας προνοεί δώδεκα θεσμούς ασφαλείας, οι οποίοι αφορούν σε μέσα και δυνατότητες εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας, αρχές περιφερειακής ασφάλειας και συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο, καθώς επίσης αντιμετωπίζουν ζητήματα συνταγματικής ασφάλειας, ασφάλειας στη διακυβέρνηση και ασφάλεια στην εφαρμογή μιας συμφωνίας.

Όσον αφορά τα ζητήματα εξωτερικής ασφάλειας, προτείνεται η σύσταση μια κυπριακής ομόσπονδης δύναμης ταχείας αντίδρασης και μιας υπηρεσίας αεράμυνας και ναυτικών δυνάμεων. Οι δύο αυτοί θεσμοί θα αποτελέσουν τις δυνάμεις ασφαλείας της Κύπρου έναντι εξωτερικών απειλών, προστασίας των εξωτερικών συνόρων, του εναέριου χώρου και θα ανταποκρίνονται έναντι ασύμμετρων απειλών. Θα διοικούνται από ενιαία στρατιωτική ηγεσία και θα υπάγονται στο Υπουργείο Άμυνας. Οι θεσμοί αυτοί θα συμβάλουν στη συμμετοχή της Κύπρου σε διεθνείς αποστολές. Προβλέπεται επίσης και σύσταση Υπηρεσίας Πληροφοριών και Συμβουλίου Ασφαλείας.

Στο πλαίσιο τέτοιων θεσμών η Κύπρος θα έχει μία ενιαία αίσθηση συμφέροντος, αντίληψης απειλών και αντιμετώπισης τους. Δηλαδή θα διαθέτει τα απαραίτητα και θεμελιώδη στοιχεία ενός κανονικού κράτους.

Άλλες πτυχές της πρότασης θα παρουσιαστούν στο πλαίσιο αρθρογραφίας και δημόσιων παρεμβάσεων, καθώς και στο πλαίσιο περεταίρω επιστημονικής εργασίας.

*Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής και Διακυβέρνησης, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, Ανώτερος Ερευνητής στο πρόγραμμα «Πρωτοβουλία Διαλόγου για την Ασφάλεια». 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.