Τσαβούσογλου, αποστρατιωτικοποίηση και κυριαρχία στα νησιά

Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΛΥΓΕΡΟΥ

Είναι πάγια τακτική της Άγκυρας από το 1973 κάθε τόσο να προσθέτει μία μονομερή αξίωση στο καλάθι των επεκτατικών διεκδικήσεών της σε βάρος της Ελλάδας. Πάγια τακτική της είναι, επίσης, πριν μία διεκδίκηση καταστεί επίσημη θέση, να ακούγεται από ανεπίσημα χείλη με σκοπό να προλειάνει το έδαφος. Για πρώτη φορά, λοιπόν, πριν από ένα περίπου χρόνο αρκετούς μήνες, δηλώθηκε από ανεπίσημα χείλη ότι εάν η Ελλάδα δεν προχωρήσει σε αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του ανατολικού Αιγαίου θα έχει παραβιάσει τις συνθήκες, με τις οποίες της παραχωρήθηκαν και ως εκ τούτου η παραχώρηση θα πάψει να ισχύει!

Ο εν λόγω ισχυρισμός είναι εδώ και κάποιους μήνες τώρα επίσημη θέση. Την είχε εκφράσει ο ίδιος ο υπουργός Εξωτερικών Τσαβούσογλου και την επανέλαβε προχθές. Από την πρώτη στιγμή είχα επισημάνει πως η πρώτη ανεπίσημη δήλωση ήταν προάγγελος μίας κλιμάκωσης του τουρκικού επεκτατισμού. Από το 1973-74 η Άγκυρα ήγειρε επεκτατικές διεκδικήσεις αναφορικά με τον εναέριο χώρο, το FIR και την υφαλοκρηπίδα. Το 1996, η Άγκυρα κλιμάκωσε με τη θεωρία των “γκρίζων ζωνών”, διεκδικώντας ένα μεγάλο αριθμό νησίδων και βραχονησίδων, που δεν αναφέρονταν ονομαστικά στη Συνθήκη της Λωζάννης.

Πριν τέσσερις μήνες περίπου, με επιστολή που κατέθεσε στον ΟΗΕ ο εκεί μόνιμος αντιπρόσωπος της Τουρκίας πρέσβης Σινιρλίογλου, η Άγκυρα έκανε το μεγάλο βήμα για να καταστήσει την ανεπίσημη θέση επίσημη πολιτική, ανοίγοντας τον δρόμο για τις σχετικές δηλώσεις Τσαβούσογλου. Αυτό, άλλωστε, είχε συμβεί και με τη θεωρία περί “γκρίζων ζωνών”. Τέσσερα χρόνια πριν προβληθεί ως επίσημη θέση της Άγκυρας, στις αρχές του 1996, την είχε προαναγγείλει ένας Τούρκος ναύαρχος, αλλά στην Αθήνα είχε περάσει “ντούκου”.

Είναι εδώ και πολύ καιρό ξεκάθαρο ότι η Άγκυρα έχει μετατρέψει την αποστρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών σε αιχμή του διπλωματικού της δόρατος. Πρόκειται για ζήτημα-κλειδί της ελληνικής αποτρεπτικής στρατηγικής και κατ’ επέκταση της ελληνοτουρκικής διένεξης. Είναι κοινό μυστικό, μάλιστα, πως κατά καιρούς ασκούνται στην Αθήνα πιέσεις από το Βερολίνο και από την Ουάσιγκτον για να αποδεχθεί “μερική αποστρατιωτικοποίηση”.

Οι Συνθήκες για την αποστρατιωτικοποίηση

Η Συνθήκη της Λωζάννης προβλέπει ότι στα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου μπορούν να υπάρχουν μόνο δυνάμεις από ντόπιους στρατεύσιμους. Η δε Συνθήκη των Παρισίων προβλέπει για τα Δωδεκάνησα την ύπαρξη δυνάμεων εσωτερικής ασφαλείας, όχι στρατού. Οι δεσμεύσεις αυτές είχαν επιβληθεί, επειδή οι Τούρκοι είχαν υποστηρίξει ότι τα νησιά μπορεί να χρησιμοποιηθούν από την Ελλάδα ως βάση εισβολής στη Μικρά Ασία. Σήμερα ο ισχυρισμός αυτός προκαλεί μόνο γέλια.

Μέχρι το 1974, η Ελλάδα σεβόταν απολύτως τις συνθήκες. Μετά το 1974 η τουρκική απειλή κατέστη συγκεκριμένη όχι μόνο λόγω της εισβολής στην Κύπρο, αλλά και λόγω του ότι το 1975 συστάθηκε η στρατιά του Αιγαίου με έδρα τη Σμύρνη και με στόχο τα ελληνικά νησιά. Η συγκρότηση μεγάλου αποβατικού στόλου στις μικρασιατικές ακτές δεν άφηνε κανένα περιθώριο για αμφιβολίες.

Έτσι, η Ελλάδα υποχρεώθηκε να τα οχυρώσει. Νομικά στηρίζεται στο άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, που υπερισχύει των συνθηκών και ο οποίος προβλέπει το δικαίωμα κάθε κράτους στην άμυνα. Επιπροσθέτως, η Αθήνα, όταν αναγνώρισε τη γενική δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου, όπως είχε δικαίωμα, εξαίρεσε τη δικαιοδοσία για θέματα άμυνας.

Αμερικανικές πιέσεις και “επιθετικά όπλα”

Παλαιότερα, η Ουάσινγκτον είχε ασκήσει έντονες πιέσεις στην Ελλάδα για να εντάξει και την αποστρατιωτικοποίηση σε ένα πακέτο (μαζί με την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας) που να παραπεμφθεί ως τέτοιο στη Χάγη, αλλά εκείνη η αμερικανική προσπάθεια είχε ναυαγήσει. Μπορεί και σήμερα οι Τούρκοι να απαιτούν αποστρατιωτικοποίηση, αλλά γνωρίζουν ότι καμία ελληνική κυβέρνηση δεν μπορεί να αφοπλίσει τα νησιά.

Γιατί το θέτουν τότε; Το θέτουν όχι τόσο για να πάρουν κάποιο αντάλλαγμα κάπου αλλού, όσο επειδή ελπίζουν ότι υπό το κράτος του φόβου η Αθήνα μπορεί να αποσύρει σιωπηλά από τα νησιά τα λεγόμενα “επιθετικά” όπλα, δηλαδή οπλικά συστήματα που μπορούν να πλήξουν στόχους στη ζώνη των μικρασιατικών ακτών. Με άλλα λόγια δεν τους ενδιαφέρουν οι στρατιώτες, αλλά οι πύραυλοι.

Κυρίως, όμως, το θέτουν για να αποτρέψουν τη μετατροπή των νησιών σ’ αυτό που μπορούν να μετατραπούν: σε μία αλυσίδα βάσεων πυραυλικών συστημάτων (εδάφους-εδάφους, εδάφους-αέρος και εδάφους-θαλάσσης), τα οποία θα αποτελούν την καλύτερη αποτροπή. Κι αυτό, επειδή θα μπορούν να ελέγξουν σε μεγάλο βαθμό το Αιγαίο σε αέρα και θάλασσα, αλλά και να πλήξουν με ακρίβεια ζωτικούς στόχους σε μεγάλο βάθος στη δυτική Τουρκία, αν όχι και ανατολικότερα.

Αυτός είναι ο δυνητικός εφιάλτης των Τούρκων στο στρατιωτικό επίπεδο. Ακόμα κι αν σε μία σύγκρουση κατάφερναν με απόβαση να καταλάβουν ένα ή και δύο ελληνικά νησιά, το στρατιωτικό και οικονομικό κόστος που θα πλήρωναν θα ήταν πολλαπλάσιο. Με άλλα λόγια, η ελληνική αποτρεπτική στρατηγική θα αποκτούσε πολύ πιο αξιόπιστη βάση από ό,τι σήμερα. Η Άγκυρα θα υποχρεωνόταν να εγκαταλείψει τα στρατιωτικά νταηλίκια, με τα οποία προωθεί τις μονομερείς επεκτατικές διεκδικήσεις της σε βάρος της Ελλάδας.

Τουρκική πίεση με αμφισβήτηση κυριαρχίας

Για να αποτρέψουν μία τέτοια εξέλιξη, οι Τούρκοι κλιμάκωσαν την πίεσή τους προς την Αθήνα, εγείροντας αμφισβήτηση για την ελληνική κυριαρχία στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου. Δεν αμφισβητούν πλέον μόνο τις νησίδες και βραχονησίδες, τις οποίες αμφισβητούν από το 1996 με τη θεωρία περί “γκρίζων ζωνών”. Αμφισβητούν και τα μεγάλα νησιά που αναφέρονται ονομαστικά στη Συνθήκη της Λωζάννης και των Παρισίων. Κι αυτό, για να ανταλλάξουν σε ένα παζάρι την απόσυρση της αμφισβήτησης κυριαρχίας με την απόσυρση των “επιθετικών όπλων” από τα νησιά.

Εδώ ακριβώς “μπαίνουν στη σκηνή” η Ουάσιγκτον και το Βερολίνο. Ο Πάιατ, όπως και ο Γερμανός πρεσβευτής στην Αθήνα, δεν είπαν προ καιρού ψέματα όταν δήλωναν πως οι κυβερνήσεις τους δεν πιέζουν την Ελλάδα να αποστρατιωτικοποιήσει τα νησιά. Σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, όμως, την πίεζαν να δεσμευτεί πως θα αποσύρει τα “επιθετικά” όπλα, ή τουλάχιστον πως δεν θα εγκαταστήσει “έξυπνα” πυραυλικά συστήματα στα νησιά, όπως επιβάλει στοιχειώδης στρατιωτική και πολιτική λογική, προκειμένου η ελληνική αποτρεπτική στρατηγική να καταστεί συμπαγής, αξιόπιστη και αποτελεσματική.

Αυτό το νόημα είχε η δήλωση Πομπέο για το ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης ότι «πρέπει να μειώσουμε το στρατιωτικό αποτύπωμα παντού και πρέπει να χρησιμοποιήσουμε διπλωματικά μέσα, όχι στρατιωτικά». Η δήλωση εκείνη, σε συνδυασμό με την κυβερνητική σιωπή, είχε τροφοδοτήσει σχετικά δημοσιεύματα, υποχρεώνοντας τον πρεσβευτή Πάιατ να προβεί σε διάψευση μέσω Twitter: «Η Αμερική δεν κάνει τέτοιες προτάσεις (για αποστρατιωτικοποίηση). Μια ασφαλής και ισχυρή Ελλάδα είναι προς το συμφέρον της Αμερικής».

Λόγω των παραπάνω πιέσεων, δεν αρκεί η δήλωση της κυβέρνησης ότι δεν τίθεται θέμα αποστρατιωτικοποίησης. Η Αθήνα οφείλει να καταστήσει πάγια εθνική θέση ότι δεν πρόκειται να αναλάβει την οποιαδήποτε δέσμευση έναντι Τουρκίας, ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και ΕΕ αναφορικά με την άμυνα και τον εξοπλισμό των νησιών. Αυτό ως πρώτο βήμα, γιατί το δεύτερο και σημαντικότερο είναι να μετατρέψει τα νησιά σε “αβύθιστα πυραυλοφόρα”.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.