Βήματα στη συνεργασία Ελλάδας-Ισραήλ, αλλά όχι στρατηγική σχέση

(Ξένη Δημοσίευση) O πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης (2ος Α) και ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου (Benjamin Netanyahu) (2ος Δ) μαζί με την σύζυγό του Σάρα (Κ) επισκέπτονται το Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα Παρασκευή 03 Ιανουαρίου 2020. ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΜΗΤΣΟΣ

Του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΤΑΡΚΑ

Ενδυνάμωση της συνεργασίας Ελλάδας-Ισραήλ προκύπτει από όλες τις πρόσφατες επαφές αρμόδιων αξιωματούχων των δύο πλευρών, με κορύφωση τις πρόσφατες συνομιλίες των πρωθυπουργών Κυριάκου Μητσοτάκη και Μπέντζαμιν Νετανιάχου. Για σημαντικό χρονικό διάστημα, κύρια ανησυχία της Αθήνας, εξαιτίας έντεχνων διαρροών, ήταν η πιθανότητα αναθέρμανσης των σχέσεων του Ισραήλ με την Τουρκία, με ταυτόχρονη υποβάθμιση της συνεργασίας με την Ελλάδα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η αποκάλυψη της αραβοαμερικανικής ιστοσελίδας Al Monitor, στα τέλη Νοεμβρίου, για συνομιλίες Ισραήλ-Τουρκίας, μέσω διαύλων των μυστικών υπηρεσιών. Ωστόσο, ανεξάρτητα από τη διεξαγωγή ή μη των συνομιλιών, το ουσιώδες συμπέρασμα είναι ότι δεν επίκειται εντυπωσιακή μεταβολή υπέρ της Άγκυρας. Ο πρεσβευτής στην Αθήνα Γιόσι Αμράνι δήλωσε πρόσφατα ότι «θα επιθυμούσαμε μια φυσιολογική σχέση» με την Τουρκία, υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα ότι μια τέτοια εξέλιξη «δεν θα έλθει σε βάρος της Ελλάδας, της Κύπρου ή της πολυμερούς συνεργασίας».

Οι δημόσιες επισημάνσεις του Γιόσι Αμράνι συμπίπτουν με τα συμπεράσματα του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών, ύστερα από πολλές αθέατες διμερείς επαφές το περασμένο τρίμηνο. Κατά την εκτίμηση Ελλήνων διπλωματών, η Ιερουσαλήμ διατηρεί μεν εδραιωμένη άποψη ότι η Τουρκία έχει μέγιστη βαρύτητα στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή, οπότε θα πρέπει να καταβληθούν προσπάθειες να παραμείνει κοντά στη Δύση, αλλά δεν πρόκειται να θιγούν τα ελληνικά συμφέροντα.

Στην παρούσα φάση, ο μόνος που επείγεται είναι ο Ταγίπ Ερντογάν, ώστε να ισοσκελίσει τη μείωση των ερεισμάτων του στις ΗΠΑ. Γι’ αυτόν τον λόγο επιδιώκει, έπειτα από αρκετά χρόνια, επαναπροσέγγιση με το εβραϊκό λόμπι στην Ουάσιγκτον και τη Νέα Υόρκη. Ως τώρα τουλάχιστον, οι προσπάθειες των εξουσιοδοτημένων από τον Τούρκο πρόεδρο προσώπων είναι άκαρπες.

Τι συμβαίνει με τον EastMed

Η American Jewish Committee και η American-Israel Public Affairs Committee, που συνέβαλαν στην έγκριση της νομοθεσίας East Med Act από το Κογκρέσο των ΗΠΑ το 2019, στηρίζουν έκτοτε την εφαρμογή της πιστά, παρά τις αργές διαδικασίες στην υλοποίηση των ενεργειακών σχεδίων Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ. Παράλληλα, κατά την προετοιμασία των συνομιλιών Μητσοτάκη-Νετανιάχου, επιβεβαιώθηκε η παράταση της στενής συνεργασίας στο επίπεδο πρωθυπουργών, πολιτικού σχεδιασμού (διαβουλεύσεις υπουργείων Εξωτερικών), υπουργείων Άμυνας (τριμερής με την Κύπρο) και Γενικών Επιτελείων (συνεκπαιδεύσεις, ανταλλαγή πληροφοριών και εξοπλισμοί).

Σε αυτό το πλαίσιο, το κυρίαρχο ερώτημα είναι αν και πώς οι ένοπλες δυνάμεις του Ισραήλ θα μπορούσαν να συνδράμουν τις ελληνικές στην προάσπιση των έργων κατασκευής του αγωγού φυσικού αερίου EastMed και της, εν συνεχεία, λειτουργίας του. Βέβαια, σε μεγάλο βαθμό, το ζήτημα είναι θεωρητικό ή αντικείμενο της μελλοντολογίας, επειδή δεν τίθεται θέμα άμεσης κατασκευής.

Παρά τους κατά καιρούς ελληνικούς πανηγυρισμούς (επίσκεψη Σαμαρά στην Ιερουσαλήμ τον Οκτώβριο του 2013 και υπογραφή Διακυβερνητικής Συμφωνίας με τον Μπέντζαμιν Νετανιάχου και τον Κύπριο πρόεδρο Νίκο Αναστασιάδη στην Αθήνα, στις 2 Ιανουαρίου 2020), το έργο παραμένει τόσα χρόνια στα χαρτιά. Το κόστος είναι τεράστιο, ενώ –όσο η Ιταλία δεν συνυπογράφει τη Διακυβερνητική– δεν υπάρχει εγγύηση εξασφάλισης ούτε ποσοτήτων αερίου, ούτε αγοραστών, που θα καθιστούσαν τον EastMed επικερδή.

Οι προτεραιότητες του Ισραήλ

Η ιταλική κωλυσιεργία δεν οφείλεται μόνον στη γνωστή πίεση από περιβαλλοντικές οργανώσεις, στον ανταγωνισμό από τον TAP και σε εσωτερικές κομματικές αντιπαραθέσεις, αλλά και σε συνειδητή απόφαση της Ρώμης να μη δυσαρεστήσει την Άγκυρα. Κατά την προηγούμενη επίσκεψή του στο Ισραήλ, τον Ιούνιο πέρυσι, ο Κυριάκος Μητσοτάκης φέρεται ότι είχε σχηματίσει την εντύπωση πως ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου είχε δεσμευθεί επί της στρατιωτικής υπεράσπισης του EastMed, συνολικά, από την πρώτη ημέρα έναρξης των εργασιών κατασκευής.

Με βάση όμως όσα συζητήθηκαν στην τριμερή σύνοδο των υπουργών Άμυνας στη Λευκωσία, τον περασμένο Νοέμβριο, το ακριβές είναι ότι οι ένοπλες δυνάμεις του Ισραήλ θα προασπίσουν μόνο το τμήμα που τους αναλογεί. Προτεραιότητά τους παραμένει η αντιμετώπιση της πυρηνικής και τρομοκρατικής απειλής από το Ιράν και δεν νοούνται περισπάσεις. Άλλωστε, ο πρόεδρος Ερντογάν, ακριβώς για να μην προκαλέσει το Ισραήλ, μάλλον απέχει από επαφές με το Ιράν για στρατιωτικά θέματα.

Στο μεταξύ, το θετικό στοιχείο των ελληνοϊσραηλινών επαφών είναι η πρόοδος στην αμυντική-βιομηχανική συνεργασία (εξαγορά της ΕΛΒΟ από την Plasan και ανάληψη του έργου του Διεθνούς Αεροπορικού Κέντρου Καλαμάτας από την Elbit), στον EMGF (φορέας φυσικού αερίου), στον EuroAsia Interconnector (ηλεκτρική διασύνδεση), στα αγροτικά θέματα (η πρόσκληση προς τον πρώην υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης Μάκη Βορίδη μεταβιβάζεται στον διάδοχό του Σπήλιο Λιβανό) και στον κλάδο του τουρισμού. Η ελληνική κυβέρνηση θα συνεχίσει, επίσης, να στηρίζει ισραηλινά αιτήματα προς τα αρμόδια όργανα της ΕΕ, εξισορροπώντας την αναβλητικότητα των Βρυξελλών στη σύγκληση του Συμβουλίου Σύνδεσης ΕΕ-Ισραήλ.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *