Ξαναθυμηθήκαμε ομαδικώς την παλιά πόλη;

Η φωτογραφία που ανήρτησε το γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών. Η Λευκωσία με μιναράεδες και τουρκικές σημαίες. Και πίσω ο κατεχόμενος Πενταδάκτυλος. Φωτογραφία via του υπουργείου Εξωτερικών της Γαλλίας

Του ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΤΣΙΜΙΛΛΗ

Είναι άδικο για την παλιά πόλη να τη θυμόμαστε μόνο όταν γίνει ένα φονικό. Είναι τότε που πολλοί ξαφνιάζονται ωσάν η είδηση να είναι πρωτόγνωρη. Όχι πως τέτοια εγκλήματα δεν γίνονται αλλού στην Κύπρο. Σε πόλεις και χωριά τα περιστατικά ακραίας βίας δεν είναι δυστυχώς σπάνια με δράστες και θύματα Κύπριους, λοιπούς Ευρωπαίους (εντός ή εκτός Eυρωπαϊκής Ένωσης), πρόσφυγες και μετανάστες, νόμιμους και παράνομους, αιτητές ασύλου με ελπίδα ή χωρίς ελπίδα. Τελικά είναι ασφαλής η παλιά πόλη;

Kι αν δεν είναι όσο θα ‘πρεπε, είναι λιγότερο ασφαλής από τη Λεμεσό, την Πάφο ή την Αγία Νάπα; Δεν είναι πολλά χρόνια που παρακολουθούσαμε έντρομοι τον πόλεμο των ντόπιων παραδοσιακών φατριών. Είναι ακριβώς τέσσερα χρόνια από το τετραπλό φονικό και άλλα τέσσερα από το πενταπλό φονικό που προηγήθηκε. Και τα δυο στην Αγία Νάπα, ίδιες και τότε μέρες – 23 Ιουνίου… Κάποια μαχαιρώματα που όχι σπάνια διανθίζουν το αστυνομικό δελτίο δεν έλειψαν από τη νυχτερινή ζωή, σε μπαρ και άλλους χώρους νυχτερινής «ψυχαγωγίας» αλλά και εν μέση οδώ… Σε όλα αυτά δεν είχαν εμπλακεί μετανάστες κι αν κάποιος ήταν μελαψός ήταν από τον κυπριακό ήλιο!

Πάμε όμως πίσω στην παλιά πόλη, μια κι εκεί επικεντρώνονται οι κατά καιρούς ανησυχίες μας. Γίνονται δηλώσεις, εκφράζεται η θέληση για πάταξη του εγκλήματος που ακόμα κι αν δεν εκφράζεται αιματηρά, ώστε να βγει στα κανάλια, λειτουργεί. Ποια μέτρα λήφθηκαν από το κάθε προηγούμενο έγκλημα; Aπό εγκλήματα πάθους, παιδεραστίας (από «καθώς πρέπει» πολίτες) και λοιπά σεξουαλικά εγκλήματα, μέχρι τις ποικίλες μορφές ενδοοικογενειακής βίας -αυτά όμως στις πλείστες περιπτώσεις έχουν χρώμα κυπριακό. Πώς αξιολογείται η αποτελεσματικότητα των όποιων μέτρων έχουν ληφθεί; Ποιες διορθωτικές ενέργειες γίνονται, πέρα από τις δημόσιες δηλώσεις; Φταίνε «οι μετανάστες, οι μαύροι, οι μελαψοί, οι ξένοι»; Φταίει η συγκέντρωσή τους σε μεγάλο ποσοστό σε μικρές σχετικά περιοχές, ιδιαίτερα στην εντός των τειχών Λευκωσία; Μα αυτό δεν έγινε από μόνο του…

Φτάνουμε να «εντοπίζουμε» υπόπτους από το χρώμα του δέρματος, την εμφάνιση ή τη μεταξύ τους (ακαταλαβίστικη για μας) επικοινωνία. Οι αριθμοί αυξάνονται όχι μόνο με τους ταλαιπωρημένους των προσφυγικών ροών αλλά και με αρκετούς που (ακριβο)πληρώνοντας εκπαιδευτικά ιδρύματα γίνονται «φοιτητές της εγγραφής» κι όσους έναντι τιμήματος ντύνονται γαμπροί ή νύφες της μιας μέρας. Mέσα σ΄αυτό το κλίμα, είναι αναπόφευκτο να ανησυχούν οι εναπομένοντες κάτοικοι, μαγαζάτορες και ιδιοκτήτες; Εκτός από εκείνους που «ντύνουν» σε σπίτια τα καταστήματά τους, μόνο με δύο τετραγωνικά μέτρα χαρτί κολλημένο στη βιτρίνα. Χωρίς επάρκεια χώρου, με ανύπαρκτες διευκολύνσεις για τόσα πολλά άτομα που βρίσκουν εκεί καταφύγιο πληρώνοντας ένα υπερβολικό ποσό κατά κεφαλή – σε κάποιες περιπτώσεις υπενοικιάζοντας οι ίδιοι σε άλλους. Πληρώνουν, άραγε, αυτοί οι παρανομούντες «επιχειρηματίες στέγης» φόρο και δηλώνουν πηγή εισοδήματος;

Η γενεσιουργός αιτία βρίσκεται στο γεγονός ότι η πόλη αφέθηκε να αδειάσει από τους παλιούς κατοίκους της. Δεν ήταν μόνο πως οι απόγονοι των όσων μεγάλωσαν στις παλιές γειτονιές έβρισκαν να μην μπορούν να ικανοποιήσουν τις δικές τους ανάγκες ή χάσανε στον δρόμο τον συναισθηματικό δεσμό. Λίγοι ήταν αυτοί που τόλμησαν να αξιοποιήσουν τα σχέδια για την αποκατάσταση των περιουσιών τους με την κήρυξή τους ως διατηρητέων αλλά κι αυτοί δεν προστατεύτηκαν στη συνέχεια. Ήταν δύσκολη η συμβίωση δίπλα από τα μέχρι αργά (ή, μάλλον, μέχρι πολύ νωρίς) θορυβούντα κέντρα διασκέδασης.

Κυριάρχησε η αντίληψη πως έτσι μπορούσε να ζωντανέψει η πόλη! Ατυχώς τώρα πια και οι παράνομοι τέτοιοι χώροι μονιμοποιήθηκαν. Μένουν πια μόνο μερικές εκατοντάδες ιθαγενών… Μήπως κάποιοι θέλουν να τους διώξουν κι αυτούς; Ποιες οι προοπτικές για την εμπορική και άλλες πλήρως νόμιμες δραστηριότητες; Κι επειδή το πείραμα «πέτυχε» εντός των τειχών, σταδιακά επεκτείνεται κι εκτός! Τα σχολεία αδειάζουν, το θέμα φτάνει κάθε λίγους μήνες στην Επιτροπή Παιδείας της Βουλής σε αναζήτηση λύσεων που εξαντλούνται στην αλλαγή χρήσης σχολικών κτηρίων. Τα άδεια σπίτια αφέθηκαν να καταρρέουν, παρά τα κάποια επιφανειακά φτιασιδώματα. Άλλα που στέκονται όρθια στέγασαν πολλαπλάσιους της ανθρώπινης χωρητικότητας ταλαίπωρους ανθρώπους. Κι όταν πολλοί ταλαίπωροι μαζεύονται κοντά φτιάχνεται μια μικρότερη κλειστή κοινωνία που ακολουθεί τους δικούς της κανόνες και έχει τις δικές της (πολλαπλές) αρχές με τη δική τους ιεραρχία. Κι όταν δεν έχουν δικαίωμα εργασίας, ούτε επίδομα ανεργίας όταν χρειαστεί, ούτε δικαίωμα περίθαλψης, οι συνθήκες ευνοούν την παρανομία. Αποδεικνύεται πως το δικό τους «κυπριακό όνειρο» δεν ήταν το ζητούμενο…

Τα εγκαταλειμμένα σπίτια μπορούσαν να φτιαχτούν και να δοθούν σε νέα ζευγάρια με ελκυστικό ενοίκιο έναντι του κόστους αποκατάστασης. Αν στην περίπτωση ελληνοκυπριακών περιουσιών τα πράγματα είναι μπερδεμένα με την εμπλοκή πολλών απογόνων,  τα τουρκοκυπριακά σπίτια, εγκαταλειμμένα κι αυτά και καταρρέοντα, θα μπορούσαν να συμβάλουν σε μια ενοποιητική της κοινωνίας προοπτική.

Έχουμε δυο χωριστά προβλήματα, ανεξάρτητα αν η συνύπαρξή τους οδηγεί σε  περισσότερο ανησυχητικό αποτέλεσμα. Μπορεί η εγκατάλειψη της παλιάς πόλης να βοήθησε στη δραματική αλλαγή της δημογραφικής της κατάστασης (σε λίγο και της ίδιας της ταυτότητάς της) σε συσχετισμό με το γενικότερο θέμα της μετανάστευσης αλλά η αύξηση της εγκληματικότητας και το εξ αυτής αίσθημα ανασφάλειας δεν είναι μόνο δικό της χαρακτηριστικό. Γιατί όμως δεν εκφράζονται οι ίδιες ανησυχίες για τη Λεμεσό ή την Αγία Νάπα; Μήπως το κλίμα φόβου και ανασφάλειας βοηθά την εξαγορά της φτηνά-φτηνά από αυτούς που «μπορούν να τη σώσουν» αφού οι αρμόδιοι αδυνατούν ή αδιαφορούν; Το έργο αυτό το είδαμε σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις…

ktsimillis@cytanet.com.cy

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *