Υποθέσεις εργασίας και πραγματικότητες για το ερευνητικό πρόγραμμα της Κύπρου

Του Γιώργου Κέντα

Πριν πέντε-έξι χρόνια, ένας διπλωμάτης μου είπε το εξής: Το ερευνητικό πρόγραμμα της Κύπρου θα προχωρήσει όσο η Τουρκία το επιτρέψει. Δεν μου καλάρεσε εκείνη η κουβέντα, αλλά με προβλημάτισε. Σήμερα, βλέπουμε όλοι καθαρά το πρόβλημα. Το ερευνητικό πρόγραμμα της Κύπρου βασίστηκε πάνω σε κάποιες υποθέσεις εργασίας. 

Σύμφωνα με την πρώτη, το πρόγραμμα αυτό θα είναι ένα “μέσο προώθησης λύσης του Κυπριακού” (κάτι όπως ήταν υποτίθεται και η ενταξιακή πορεία της Κύπρου). Κάποιοι, ξένοι και ντόπιοι, θεωρούν πως “αν οι Ελληνοκύπριοι προχωρήσουν με το ερευνητικό τους πρόγραμμα, τότε οι Τουρκοκύπριοι και η Τουρκία θα θέλουν ένα συμβιβασμό για να μην μείνουν εκτός. Από την άλλη, οι Ελληνοκύπριοι πρέπει να νιώθουν την πίεση της Τουρκίας για να συνειδητοποιήσουν ότι το ερευνητικό τους πρόγραμμα δεν μπορεί να πάει πολύ μακριά, εάν δεν συμβιβαστούν με τους Τουρκοκυπρίους και την Τουρκία.”

Κάπως έτσι επινοήθηκε η “μέση λύση”, με την αμερικάνικη πολιτική να αποτελεί την επιτομή αυτής της θεώρησης: “Θα αναγνωριστεί στους Ελληνοκύπριους το δικαίωμα να ενεργούν στην ΑΟΖ της Κύπρου, αλλά θα τους υποδειχθεί ότι δεν μπορούν να αξιοποιήσουν εμπορικά τα κοιτάσματα από μόνοι τους.” Αυτή η θεώρηση λειτούργησε ως ένα ακόμη “πειραματικό πολιτικό εργαστήριο επίλυσης περιφερειακών διενέξεων”. Όπως όμως όλα τα πειράματα που σχεδιάζονται υπό caeteris paribus (σταθερές συνθήκες), έτσι και το νέο “κυπριακό πείραμα” μπάζει νερά. Και επειδή οι σχεδιάσαντες το πείραμα αυτό δεν μπορούν να αποδεχθούν τις λάθος παραμέτρους του πειράματος, θα “πρέπει” να παρέμβουν κάποια στιγμή για να “διορθώσουν” την εξέλιξη της κατάστασης.

Η παρέμβαση θα γίνει όταν η κρίση οξυνθεί τόσο που να δικαιολογεί μία δραματική παρέμβαση, όπως ανάλογα έγινε το 1997 όταν η κρίση των ρωσικών πυραύλων s-300 είχε κορυφωθεί. Τότε οι ΗΠΑ, με την τότε υπουργό εξωτερικών και διαμεσολαβητή τον κ. Thomas Miller, επέβαλαν μία φόρμουλα συμβιβασμού η οποία προνοούσε την αποκλιμάκωση της κρίσης με την μη έλευση των πυραύλων, την άρση των τουρκικών απειλών και την επιστροφή στο δικοινοτικό διάλογο για να συζητηθεί ως ζήτημα προτεραιότητας το ζήτημα της ασφάλειας. Η κίνηση αυτή πέτυχε την ουσιαστική αδανοποίηση του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου Ελλάδας-Κύπρου, εξανέμισε την προοπτική μιας αξιόπιστης πολιτικής αποτροπής έναντι των τουρκικών προκλήσεων σε Αιγαίο και Κύπρο και οδήγησε, μετά από πέντε χρόνια, το 2002, στην κατάθεση του Σχεδίου Ανάν.

Αν προκύψει μία προκύψει “διαμεσολάβηση” προκειμένου να “αποκλιμακωθεί” η κρίση στη θαλασσιά περιοχή της Κύπρου, αυτή θα είναι κάπως έτσι: “no ships, no drilling, back to the table (to discuss mainly security)”. Αυτή η προοπτική πρέπει να αποφευχθεί, διότι το ερευνητικό και εμπορικό πρόγραμμα της ΚΔ θα τεθεί κάτω από τον έλεγχο της Άγκυρας και το χειρότερο, το μέλλον της Κύπρου και των Κυπρίων θα τεθεί κάτω από τη βούληση της Τουρκίας

Αναφορικά με τον ερευνητικό πρόγραμμα της Κύπρου υπήρξαν και άλλες υποθέσεις εργασίας, ο οποίες έχουν καταστεί προβληματικές, αν δεν έχουν ήδη καταρρεύσει. Η μία αφορούσε την πεποίθηση ότι η Τουρκία δεν θα παρενοχλούσε δυτικές εταιρίες-κολοσσούς. Η άλλη ότι η Τουρκία δεν ενοχλείται από το ερευνητικό πρόγραμμα της Κύπρου, αλλά από την προοπτική εμπορικής ανάπτυξης των κοιτασμάτων. Η επόμενη ότι μέσω ενός πλέγματος συμφερόντων και διακριτικής παρουσίας Ισραηλινού και Αμερικάνικου στόλου στην περιοχή, η Τουρκία θα μετρούσε τις κινήσεις της. Όλες αυτές οι υποθέσεις εργασίας έχουν διαψευσθεί.

Ουσιαστικά, παραμένει μόνο μία υπόθεση εργασίας να «ελεγχθεί»: η Τουρκία θα παρεμποδίσει γεωτρήσεις μόνο στη ζώνη που εκείνη θεωρεί “δική της υφαλοκρηπίδα”, αλλά όχι πέραν από αυτή. Μια παραλλαγή δηλαδή αυτού που προσπάθησε να μας εξηγήσει πριν από περίπου ένα μήνα ο Πρόεδρος Αναστασιάδης ως την πολιτική της Άγκυρας. Αν γίνει αποδεκτή, αυτή θα είναι μία δραματική υπόθεση εργασίας, διότι από τους χάρτες που δίνει η Τουρκία, στην διάθεση της κυβέρνησης της Κύπρου, παραμένει για έρευνα μέρος των οικοπέδων 4, 5, 6, 7 και 12, ένα μικρό μέρος των οικοπέδων 1, 2, 3 και 13, ενώ “καθαρά” μόνο τα οικόπεδα 10 και 11. Δηλαδή, πέραν των 2/3 της περιοχής έρευνας (της λεγόμενης «study area») της Κυπριακής Δημοκρατίας μπαίνουν στον πάγο.

Το πιο απογοητευτικό είναι ότι κάποιοι θεωρούν ότι η πρώτη-πρώτη υπόθεση εργασίας που αναφέρθηκε πιο πάνω, το νέο πείραμα για «επίλυση» του Κυπριακού, είναι βιώσιμη και εφικτή για μια “διευθέτηση” αποδεκτή σε όλους. Δυστυχώς, οι μόνες εφικτές “λύσεις” για την Τουρκία είναι τύπου Αφρίν.

Η κυβέρνηση της Κύπρου πρέπει να σκεφτεί καλά πως θωρακίζει το ερευνητικό της πρόγραμμα, πως επανασχεδιάζει τις κινήσεις τακτικής, πως προσφέρει ασφάλεια στις εταιρίες και προς προσεγγίζει τους Τουρκοκυπρίους για να τους πείσει ότι το κράτος της Κύπρου και το μέλλον όλων μας είναι πιο καλά χωρίς Τουρκία.

*Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής και Διακυβέρνησης, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *