Ζητούσαν να «συνετιστεί» ο Μακάριος: Τι αναφέρει απόρρητο τηλεγράφημα το 1959: Διάβημα Άγκυρας προς Αθήνα για υπουργούς ΕΟΚΑ, νομιμοποίηση ΑΚΕΛ και χωριστούς δήμους

Του Κώστα Βενιζέλου

Πριν καλά-καλά στεγνώσει το μελάνι από τις συμφωνίες για την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και τα προβλήματα στην πορεία προς την υλοποίηση τους εμφανίζονταν από παντού. Κυριαρχούσε η καχυποψία σε όλα τα επίπεδα. Κάθε κίνηση ερμηνευόταν ως απειλή ή προσπάθεια αλλαγής των συμφωνιών.

Παράλληλα, ήταν πρόδηλη η προσπάθεια καθορισμού ερμηνειών σε πρόνοιες των συμφωνιών, που εξυπηρετούσε τις λεγόμενες εγγυήτριες δυνάμεις. Την ίδια ώρα, οι συνεννοήσεις μεταξύ Αθηνών και Άγκυρας, πολλές φορές αποσκοπούσαν να «συνετίσουν» τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο.

Ένα απόρρητο σημείωμα, που αποκαλύπτουμε σήμερα, φωτίζει τις παρασκηνιακές συζητήσεις που γινόντουσαν ενόψει της εφαρμογής της νέας κατάστασης πραγμάτων. Πρόκειται για το σημείωμα

(ημερομηνίας 6.4.1959, ώρα 12.30), που υπογράφεται από τον Θεμιστοκλή Τσάτσο και καταγράφει τη συνάντησή του με τον Τούρκο πρέσβη στην Αθήνα, ο οποίος τον επισκέφθηκε για να του μεταφέρει τις «ανησυχίες της Άγκυρας». Υπενθυμίζεται ότι ο Θεμιστοκλής Τσάτσος ήταν επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας για τη σύνταξη του συντάγματος.

Με βάση το σημείωμα, ο  Τούρκος πρέσβης στην Αθήνα ζήτησε συνάντηση με τον Τσάτσο, για να τονίσει την ανησυχία της Άγκυρας για «τάσεις εκφυγής Αρχιεπισκόπου Μακαρίου εκ του πνεύματος των συμφωνιών του Λονδίνου». Εξήγησε δε τι εννοούσε: «α) διά της επιλογής υπουργών μεταξύ επιφανών στελεχών της ΕΟΚΑ, ενώ οι Τούρκοι περιορίσθηκαν επιμελώς εις πρόσωπα μη αναμεμιγμένα εις τελευταία διαμάχη και β) διά εκδηλούμενης τάσεως Αρχιεπισκόπου όπως νομιμοποιηθεί το ΑΚΕΛ, επί του τελευταίου τούτου σημείου δεν εδόθη ιδιαίτερα έμφασις υπό Τούρκου πρέσβεως ουδέ εμνημονεύθη υπό αυτού σχετικόν Getlemen’ s agreement».

Στη συνέχεια, ο Τούρκος πρέσβης, προέβη σε διάβημα για το θέμα των χωριστών δήμων. Διαβίβασε την παράκληση της κυβερνήσεώς του όπως οι Έλληνες, μέλη της μεταβατικής Επιτροπής, να μη επιμείνουν απορρίπτοντας τη συζήτηση του ζητήματος «ισχυριζόμενοι ότι ανήκει εις αρμοδιότητα Συνταγματικής Επιτροπής». Με βάση το σημείωμα ο Τούρκος διπλωμάτης προσέθεσε ότι η αρθρογραφία του ελληνικού Τύπου, σε Ελλάδα και Κύπρο, αναφέρει πως ο διαχωρισμός των δήμων είναι διοικητικός και όχι εδαφικός, γεγονός, που όπως είπε, ανησυχεί την τουρκική κυβέρνηση. Παρακάλεσε δε όπως η Ελληνική Κυβέρνηση επηρεάσει τον Αρχιεπίσκοπο και τους Ελληνοκύπριους όπως «μη επιμείνουν επί τοιαύτης εσφαλμένης ερμηνείας των συμφωνιών Λονδίνου». Ο Θεμιστοκλής Τσάτσος, σύμφωνα με το τηλεγράφημα, απάντησε ότι «οι αποφάσεις Ελληνικής Κυβέρνησης είναι να λάβει παν δυνατόν μέτρον διά την πλήρη εφαρμογή των υφιστάμενων συμφωνιών εν πνεύματι καλής πίστεως και συνεργασίας. Είμεθα απολύτως προσηλωμένοι εις συμφωνίας τας οποίας εκτελέσωμεν με πάσαν ειλικρίνειαν. Ακριβώς διά τον λόγον αυτόν Ελληνική Κυβέρνηση δεν επιδοκιμάζει υποχωρήσεις ως τας περί αναλογίας Υπουργών εις τας οποίας Μακάριος προέβη υπό την πίεση των Τούρκων εκπροσώπων». Για το θέμα των δήμων, ο Θεμιστοκλής Τσάτσος ανέφερε ότι «άποψης της Ελληνικής Κυβερνήσεως είναι ότι θα ήταν ηδύνατο αναζητηθεί κατάλληλος τρόπος εδαφικού διαχωρισμού αλλά εφόσον περιλαμβάνονται εις έκαστον τομέα όσον ένεστι ολιγότεροι αλλόφυλοι δημόται. Ετόνισα ότι θα προσπαθήσουμε να επηρεάσουμε τους Ελληνοκύπριους προς την κατεύθυνση ανωτέρω λύσεως αλλά ότι στερρά απόφασις ημών είναι να απέχωμεν κατά το δυνατόν από αναμίξεως εις ζητήματα Κύπρου πλην εκείνων υφ ών ανελάβομεν ρητώς υποχρεώσεις, ίνα, συμφώνως προς πνεύμα Συμφωνιών Λονδίνου, αποκοπή βαθμιαίως η ψυχολογική εξάρτηση Ελληνοκυπρίων από την Ελλάδα και προωθηθεί η δημιουργία ιδίας πρωτοβουλίας εις ρύθμισιν κυπριακών ζητημάτων».

Το σημείωμα είχε σταλεί στο Γενικό Προξενείο στην Κύπρο (με κοινοποίηση στις πρεσβείες Λονδίνου και Άγκυρας), ώστε να υπάρξει συνάντηση με τον Μακάριο. «Παρακαλούμεν όπως υπό το ανωτέρω πνεύμα ομιλήσετε εις τον Αρχιεπίσκοπο προς εξεύρεσιν καταλλήλου πρακτικής λύσεως καταβαλλόμενης πάντως πάσης προσπάθειας διά το συμφερώτερον δυνατόν καθορισμόν γεωγραφικών ορίων».

Τι λέγει το σύνταγμα

Το σύνταγμα, άρθρο 173, αναφέρεται στη δημιουργία πέντε χωριστών δήμων στις μεγάλες πόλεις (Λευκωσία, Λεμεσό, Αμμόχωστο, Λάρνακα και Πάφο) υπό των Τούρκων πολιτών αυτών, υπό τον όρον ότι ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος θέλουν εντός τεσσάρων χρόνων από την έναρξη ισχύος του Συντάγματος εξετασθεί το ζήτημα, εάν ο χωρισμός των δήμων θα συνεχισθεί ή όχι. Το σύνταγμα προβλέπει τη δημιουργία συντονιστικού οργάνου για τις εργασίες, που θα γινόντουσαν από κοινού και καθορίζει και τη σύνθεσή του.

Ενστάσεις για Γεωρκάτζη

Σε ό,τι αφορά τον διορισμό του υπουργικού της μεταβατικής κυβέρνησης, όπως προκύπτει από άλλο τηλεγράφημα οι ενστάσεις που προβάλλονταν, υπό τη μορφή «ανησυχιών» αφορούσαν κατά κύριο λόγο τον Πολύκαρπο Γεωρκάτζη. Ενστάσεις δεν είχαν μόνο οι Τούρκοι, αλλά και οι Βρετανοί. Ο Μακάριος επέμενε σε βαθμό, που είχε προειδοποιήσει ότι θα άφηνε κενή τη θέση του υπουργού Εσωτερικών και θα έκανε και σχετική δήλωση.

«Οι Ε/κ θα υφίσταντο μεγάλη επιβάρυνση προς όφελος Τ/κ»

Για το θέμα των χωριστών δήμων ενδιαφέρον έχει το πρακτικό συνάντησης, που έγινε στην κατοικία του Έλληνα Πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή στις 29 Ιανουαρίου 1959. Σύμφωνα με τον Νίκο Χαραλάμπους («Αναζητώντας την αυτογνωσία», τόμος δεύτερος σελ. 108-109), παρόντες στη συνάντηση ήταν ο Καραμανλής, ο Αβέρωφ, ο Μακάριος, ο Μητροπολίτης Άνθιμος και ο Διευθυντής του υπουργείου Εξωτερικών Άγγελος Βλάχος, ο οποίος συνέταξε και το πρακτικό της συνάντησης. Όπως καταγράφουν οι Ευάγγελος Αβέρωφ, που έκανε και την ενημέρωση (στο «Ιστορία Χαμένων Ευκαιριών», Κυπριακό 1950-1963, τόμος β, σελ 168-176)  και ο Άγγελος Βλάχος («Δέκα χρόνια Κυπριακού», σελ. 238-240), «ο Μακάριος απέρριψε κάθε σκέψη για τουρκική βάση. Εξέφρασε επιφυλάξεις για το ποσοστό των δημοσίων υπαλλήλων, Ελλήνων και Τούρκων του μέλλοντος κυπριακού κράτους (Έλληνες 70% Τούρκοι 30%) επειδή το θεωρούσε άδικο. Παραδόξως και παρά την επιμονή του Αβέρωφ να μη γίνει δεκτό το τουρκικό αίτημα για χωριστούς δήμους, ο Αρχιεπίσκοπος και ο Μητροπολίτης ζήτησαν επίμονα να δημιουργηθούν χωριστοί δήμοι, ελληνικοί και τουρκικοί, στις πέντε κυριότερες πόλεις. Επιχείρημά τους ήταν ότι αν οι δήμοι ήσαν κοινοί, τότε οι Ελληνοκύπριοι θα υφίσταντο μεγάλη επιβάρυνση προς όφελος των Τουρκοκυπρίων».

Σύμφωνα με τον Αβέρωφ «οι δύο ιεράρχαι προσέθεσαν εις ταύτα ότι το θέμα δεν ήτο κεφαλαιώδους σημασίας, και ότι άλλωστε η ελληνική πλευρά δεν ηδύνατο να εμπλακή εις ευθύνας εφ όσον ενεργή πάντοτε ως εντολοδόχος των Κυπρίων. Εις το σημείο αυτό παρενέβη ο Πρόεδρος της Κυβερνήσεως και επιβεβαίωσε ότι πράγματι η Ελληνική Κυβέρνησις ενεργεί ως εντολοδόχος των Κυπρίων και ότι αι κυπριακαί απόψεις θα ελαμβάνοντο υπόψιν κατά την οριστικήν διαπραγμάτευσιν του θέματος των δήμων».

ΑΠΟΨΗ

Μύριζε

Μπαρούτι

από νωρίς

Είναι σαφές πως μύριζε… μπαρούτι από την αρχή. Το δοτό σύνταγμα, οι διαφορετικές αφετηρίες από τις οποίες αντιμετώπιζαν την επόμενη ημέρα της εφαρμογής των Συμφωνιών για την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, δημιουργούσαν από νωρίς ένα εκρηκτικό κλίμα. Όχι τυχαία υπήρχαν διαφορετικές ερμηνείες ενός περίπλοκου σε δομή και λειτουργία κράτους. Η λεγόμενη «εποικοδομητική ασάφεια». Από το τηλεγράφημα του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών προκύπτει πως η Αθήνα δεν ήθελε να παρεμβαίνει πέραν από τα όσα ήταν υποχρεωμένη. Αντίθετα, η Άγκυρα -κι αυτό επιβεβαιώνεται από το συγκεκριμένο διάβημα- πέραν των επιφυλάξεων, την έλλειψη εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του Μακάριου, ήθελε να έχει λόγο για τα πάντα σε ό,τι αφορά τη λειτουργία του κράτους. Ενδιαφέρουσα και η υπενθύμιση για το Getlemen’s agreement για να μη νομιμοποιηθεί το ΑΚΕΛ! Αυτή τη Δημοκρατία ήθελαν;

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *